frear

Τα ονόματα ως τόποι στα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου – γράφει η Ελένη Κοσμά

Ονόματα γραμμένα στο νερό [1] –
Τα ονόματα ως τόποι στα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου

(Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα 1941-1974,
επιμ.: Ε. Κεχαγιόγλου, Πατάκης, 2026)

«Μάνα μου,
μην κλάψεις.
Αύριο
θα χάσεις το παιδί σου
και θα κερδίσεις
τ’ όνομά του.»

(«Σχέδιο για διήγημα», Ευθύτης Οδών, 1959)

Ο Πέτρος, ο Κωστής, ο Νικόλας, ο Αυγουστής, ο Στάλιν, ο Άρης, ο Χρήστος, η Άννα, ο Γούσιας, ο Τίτο, ο Ζαχαριάδης, ο Αρίσταρχος, ο Πίνδαρος, ο Χαρμίδης, ο Ξέρξης, ο Δάμων, ο Δεκαπέντε που «κλέβει εφημερίδες απ’ τα αποχωρητήρια», o Ρωμαίος με την Ιουλιέτα του, ο Ααρών, ο Μωυσής, ο Νίκανδρος και, ασφαλώς, ο Μαγιακόφσκι. Αυτά, μεταξύ άλλων, είναι ονόματα ανθρώπων, υπαρκτών και επινοημένων, που εμφανίζονται στα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου, την υποδειγματική συγκεντρωτική έκδοση των οποίων έχουμε τη χαρά και την τιμή να παρουσιάζουμε σήμερα. Ευχαριστίες από καρδιάς, λοιπόν, στις εκδόσεις Πατάκη, στην επιμελήτρια του βιβλίου Ελένη Κεχαγιόγλου και στον Γιάννη Δούκα, για την πρόσκληση.

Tο κερδισμένο ποίημα, ο τόπος στον οποίο η ιδιωτική ιστορία συναντά τη συλλογική, αποκαλύπτει τον ποιητή, είναι η ανεστραμμένη αυτοβιογραφία του, καθώς αρθρώνοντας τα ονόματα των άλλων κατορθώνει να αποκαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο που τον συνέχει. Το αίτημα του ποιητή να μεταμορφώσει τον κόσμο γύρω του διασταυρώνεται με την ανάγκη του να ερμηνεύσει τη θέση του σε αυτόν –και το δικό του όνομα: «Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό/ πλιθί μου μ’ αυτά τα υλικά/ χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο/ να τον μεταμορφώσουμε» («Είμαστε υπεύθυνοι», Ευθύτης Οδών, 1959). Έτσι, μέσα από τις ιδιωτικές ιστορίες των προσώπων φωτίζεται η συλλογική ιστορία και τοποθετείται μέσα σε αυτόν, ως ον κατεξοχήν πολιτικό, ο ποιητής, ενορχηστρώνοντας έναν βαθιά δημοκρατικό διάλογο, μια αέναη «συνομιλία» η οποία του επιτρέπει ακριβώς να υπάρχει, περιμένοντας μια ανταπόκριση: «Τυλιγμένοι στ’ όνομά του/ περιμένουμε» («Ο Δεκαπέντε», Άγονος Γραμμή, 1952), γράφει για τον Σύντροφο Δεκαπέντε στο ομότιτλο ποίημα.

Μέσα σε αυτήν τη συνομιλία, λοιπόν, και στην προσδοκία της ανταπόκρισης, συμπυκνώνεται ολόκληρη η αγωνία για τη ζωή. Διότι η αγωνία ενός πολιτικού ποιητή είναι όχι μόνο για την απώλεια των συντρόφων του (που ερμηνεύεται διπλά: απώλεια της συντροφικής σχέσης και απώλεια της ζωής των συντρόφων), αλλά και για την απώλεια της δυνατότητάς του να (τους) μνημονεύει. Εάν τα ονόματα ξεχαστούν, τότε θα διαρραγεί η εσωτερική όραση του ποιητή, θα απωλέσει τον εαυτό και τον κόσμο του. Η αφοσίωση, λοιπόν, στην τέχνη, αλλά και στην πολιτική προϋποθέτει μια διαρκή μαθητεία: τη μαθητεία του προσώπου στο όνομά του και στον διάλογο, νοητό και πραγματικό. Και κατά συνέπεια: τη μαθητεία στην αποξένωση. Δεν είναι τυχαίο ότι γράφει τα «Ανεπίδοτα γράμματα» όταν, το 1948, εξόριστος στη Λήμνο, όπως διαβάζουμε στο διαφωτιστικό σημείωμα της επιμελήτριας, διαφωνεί με την κομματική καθοδήγηση από το ΚΚΕ και αισθάνεται απομονωμένος από τους συντρόφους του και ξένος· διπλά, δηλαδή, εκτοπισμένος, διπλά εξόριστος. Το μοτίβο της εσωτερικής ανάγκης για διάλογο και της δημιουργίας ενός τόπου κοινών αναφορών συνεχίζει και στη συλλογή Ευθύτης Οδών και τώρα ο λόγος απευθύνεται στον Μαγιακόφσκι: «Έλα, κουνήσου, δεν το βλέπεις πως κουβαλάω κιόλας τον/ Ιλίτς;/ Όσο οι φλόγες θα φουντώνουν και θα σκορπίζονται οι/ στάχτες/ εμείς θα διαρρυθμίσουμε τούτον τον νεκρότοπο σε/ βιβλιοθήκη» («Συνομιλώ, άρα υπάρχω», Ευθύτης Οδών, 1959).

Τα ονόματα, λοιπόν, εδώ είναι μνήμη βιωμένη και επινοημένη, ζωντανή, ζωηρή, ρευστή και την ίδια στιγμή στέρεη, γήινη. Μνήμη από την οποία ο ποιητής διέρχεται και στην οποία σταματά. Είναι ακριβώς ένας τόπος. Όταν ο Ρίλκε πέθανε, λαβωμένος από το αγκάθι ενός τριαντάφυλλου, η Τσβετάγιεβα έγραψε ένα γράμμα στον Πάστερνακ, ανακοινώνοντάς του την απώλεια του κοινού τους φίλου με τα εξής λόγια: «Δεν θα πάμε ποτέ να δούμε τον Ρίλκε. Η πόλη αυτή δεν υπάρχει πια». [2] Ο Άρης Αλεξάνδρου γεννημένος στην πόλη Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι φαντάζεται τον ποιητή να προσέρχεται για ανάκριση στις σταλινικές αρχές με την κατηγορία πως το όνομα του Στάλιν δεν αναφέρεται συχνά στα ποιήματά του: «Μαγιακόφσκι, το ξέρετε πως είστε αρχιτέκτων της/ ανθρώπινης ψυχής;/ Όπως ένας οικοδόμος κάνει σαμποτάζ/ ρίχνοντας χαλίκι στη θέση του τσιμέντου/ έτσι και σεις νοθέψατε το εποικοδόμημα/ στερώντας το απ’ το πρέπον ποσοστό της σταλινίνης». Κι εκείνος απαντά: «Είμαι αρχιτέκτων όπως λέτε/ ευθύνομαι λοιπόν για τον αριθμό των παραθύρων./ Όμως τον στόκο και τα τζάμια/ τα προμηθεύει το υπουργείο/ καθημερινής ζωής» («Συνομιλώ, άρα υπάρχω», Ευθύτης Οδών, 1959). Αυτή η πόλη, βέβαια, πολύ διαφέρει από την Πετρούπολη, στην οποία «δεν θα βρεθεί σοκάκι/ να γίνει οδός/ Βλαδιμήρου Β. Μαγιακόφσκι» στο «Αλεξανδροστρόι» της Μακρονήσου (Άγονος Γραμμή, 1952).

Την πόλη Άρης Αλεξάνδρου που στα θεμέλιά της, λοιπόν, έχει τον ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, την κατοικούν αγωνιστές, ανυπότακτοι και αποστάτες, με τα ονόματά τους: «Ο Πέτρος που κοιμόταν στο τσιμέντο/ δίχως φόδρα στο σακάκι» και «κάθε πρωί […] έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά/ γιατί τον είχαν για προδότη», ο Νικόλας που στον κρύο θάλαμο «ξαναδιαβάζει το γράμμα του Σεπτέμβρη», ο Κωστής που όταν τον παίρνουν για το στρατοδικείο δεν «λέει να αποχωριστεί τις δυο κουβέρτες», ο Αυγουστής με το «ξύλινο ποδάρι» («Ανεπίδοτα γράμματα», Άγονος Γραμμή, 1952), η Άννα που όπου πατάει «πέφτουν πράσινα φύλλα» («Άννα», Άγονος Γραμμή, 1952). Και δίπλα σε αυτούς ο Σύντροφος Δεκαπέντε και πλήθος άλλων Συντρόφων, με τους οποίους ο ποιητής βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο, εξασφαλίζοντας την επιβίωση της μνήμης τους: «Σου δίνουμε τον όρκο μας/ να σε θυμόμαστε τις ώρες που νυχτώνει/ σου δίνουμε το λόγο μας/ να σηκώνουμε τα πέτα του παλτού/ κάθε που θα λέμε/ συνωμοτικά:/ Σα να ’χει ψύχρα απόψε.» («Ο Δεκαπέντε», Άγονος Γραμμή, 1952).

Βέβαια, αυτή η μνήμη δεν είναι μια υπόθεση απλή, αφού μέχρι και οι στίχοι του μεγάλου ποιητή Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι κινδύνευουν από «τη συμπίεση του Γούσια», σε έναν κόσμο που απειλείται διαρκώς από την ισοπέδωση: «Κι αυτοί και κείνοι/ μας πολτοποιήσανε/ μας έχουν κάνει – τον λαό! – μια μάζα ευκολομάσητη/ γλοιώδη/ σαν μπάμιες καζανιού» («Συνομιλώ, άρα υπάρχω», Ευθύτης Οδών, 1959). Σε αυτόν τον κόσμο, πρέπει κανείς με νύχια και με δόντια να παλέψει για να μην αισθάνεται ξένος, για να διατηρήσει ακέραιη την πολιτική του μνήμη, να μην την αφήσει να γίνει βορά ούτε στους δεσμώτες του ούτε στους παλιούς του συντρόφους. Στην καρδιά της πόλης Άρης Αλεξάνδρου βρίσκεται ακριβώς η αγωνία της αποξένωσης.

Η Άγονος Γραμμή του 1952, η δεύτερη ποιητική συλλογή του Αλεξάνδρου, ανοίγει με τον στίχο του Πωλ Ελυάρ «αδελφικά μόνος, αδελφικά ελεύθερος», υψώνοντας αυτήν την πολιτική ξενότητα σε μοτίβο και σε υπαρξιακό πρόταγμα. Ο καιρός των συντρόφων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι διαρκείς αποστροφές στα ποιήματά του (ακόμη και στην καβαφική ενότητα της συλλογής Ευθύτης Οδών) αυτήν ακριβώς την αγωνία θεωρώ πως επιχειρούν να θεραπεύσουν: ο ποιητής απευθύνεται, συνομιλεί-και-άρα-υπάρχει, ανοίγει διάλογο, δημιουργεί αναλογίες (ακόμη και βιβλικών αναφορών) και ερμηνεύει εκ νέου τον κόσμο γύρω του και τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Το όνομα γίνεται ο τόπος που περιθάλπει και περιέχει τον ποιητή, η προσδοκία μιας χώρας «που δεν έγινε ακόμη» («Ποιητική», Άγονος Γραμμή, 1952) ή μια άδεια πένθιμη πολιτεία στην οποία η «επιστροφή» είναι ένα καθήκον μνήμης. Ο δικός μου Άρης Αλεξάνδρου, λοιπόν, είναι το όνομα που γίνεται τόπος μνήμης, συνοχής και συγκίνησης, η επιστροφή στις δικές μου ρίζες, στους δικούς μου προγόνους, των οποίων τα ονόματα μνημονεύονται σε αυτό εδώ το βιβλίο. Θα κλείσω με το ποίημα «Επιστροφή» από την Άγονο Γραμμή:

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κ’ οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.

Σημειώσεις

1. Ενθάδε κείται κάποιος που το όνομά του ήταν γραμμένο στο νερό – είναι τα λόγια που ο Τζον Κιτς ζήτησε να γραφτούν στην επιτύμβια πλάκα του.

2. Παστερνάκ – Τσβετάγιεβα – Ρίλκε, Η αλληλογραφία των τριών, Μεταίχμιο, 2005.

⸙⸙⸙

[To κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στο πατάρι του Βιβλιοπωλείου Πατάκη, στις 20.4.2026. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη