Showing posts with label Poets (I-L). Show all posts
Showing posts with label Poets (I-L). Show all posts

Tuesday, 11 June 2024

Κύματα -Waves























.......




They are constantly born
through volumes 
of fickle water
layers of stone
imaginative 
sand formations.

They come.
They go.

I appeal
I resort
I escape

Only the wind answers 
to their dizzy questions.

Even if they're leaving now
others will definitely come back

pulling our hand from the switch of oblivion
testing meanings
questioning all condescension.

So as the lean ship rages 
the horizon is sliced.

Waves plague our rotten regrets.

Their height depends 
on your mercy.




Dimitra Kotoula







Friday, 8 March 2024

Το Ταξίδι - The Journey


























Ο Μάιλς περίμενε στην αποβάθρα,
με την τρομπέτα του σε τσάντα πλαστική.

Η κυρία ήταν ψυχρή-
άνεμος μαστίγωνε τις γαρδένιες
που έκλεψα για τα μαλλιά της.

Σε άθλια κατάσταση και οι τρεις.

Κανείς δεν ερχόταν έτσι ξεκίνησα να κοπηλατώ.

Δυσκολευόμουν-
στάσιμα νερά, μαιανδρική ροή...

Η πόλη στέναζε και σιγόβραζε.
Κονσερβοκούτια στις όχθες σαν χειροπέδες...

Να 'μαστε, στα ανοιχτά...

Μα ο Μάιλς έβγαλε το κόρνο του 
και έπαιξε.
Η κυρία τραγούδησε.

Ένα αργό παραδοσιακό μπλουζ.

Το ρέμα μας πήρε-
κόρνο, φωνή, ο ήχος του νερού λάμνοντας...

Δεν ξέρω πόσο καιρό αρμενίζαμε-

το σκαρί μας γεμάτο μουσική,
η νύχτα γεμάτη άστρα.

Όταν ξύπνησα μπαίναμε στον ωκεανό,
ο ήλιος χαμηλά στο νερό
ζεστός σαν λαιμός,
χρυσός σαν τρομπέτα.

Κλάψαμε.

Ύστερα εκτιναχθήκαμε μ' έναν ύμνο.

Ποτέ μου δεν υπήρξα τόσο ευτυχισμένος.



................




Miles was waiting on the dock,
his trumpet in a paper bag.

Lady was cold—
wind lashed the gardenias
I stole for her hair.

We were shabby, the three of us.

No one was coming so I started to row.

It was hard going—
stagnant, meandering...

The city moaned and smoldered.
Tin cans on the banks like shackles...

To be discovered, in the open...

But Miles took out his horn
and played.
Lady sang.

A slow traditional blues.

The current caught us—
horn, voice, oar stroking water...

I don't know how long we floated—

our craft so full of music,
the night so full of stars.

When I awoke we were entering an ocean,
sun low on water
warm as a throat,
gold as a trumpet.

We wept.

Then soared in a spiritual.

Never have I been so happy.





Lawson Fusao Inada


_Απόδοση στα ελληνικά: 
Χρίστος Αγγελακόπουλος

Tuesday, 21 March 2023

Του Ανέμου Η Κόρη - Wind's Daughter

 










Μιάς ανεμώνης
με κάλεσαν 
τα δάκρυα.

Βάφτηκα 
σε όλα της 
Τα χρώματα

Αρέσκεται
του ανέμου η κόρη
στο εύθραυστο
λευκό

Βλέμμα στραμμένο
Στο εφήμερο
όσα με απλότητα
αγαπά.



................



I was invited 
by the tears
of an anemone.

I got dyed
in all of her
Colours

Wind's daughter
is fond of
the fragile
white

Her gaze directed
to the evanescent
all she simply
loves.





Mirella Kalantzi


Saturday, 12 June 2021

Στιγμιότυπο - Snapshot

 














Κάθησε εκεί πρόσεχε 

μη χύσεις τό γάλα σου.


Μαμά γιατί το γάλα είναι άσπρο

πότε θα μου πάρεις ένα ποδήλατο

πού πάει ο ήλιος όταν δύσει

ποιός ανάβει τα άστρα

πεθαίνουν οι κούκλες;


Τι θα πεί φωτόνια

υπάρχει στ’αλήθεια η φεγγαρόλουστη

τι είναι τα χάπια της ευτυχίας

πού είναι το τόπι μου

ποιός έμαθε τα πουλιά να τραγουδούν

πότε παντρεύονται τα μερμήγκια

γιατί μετά το καλοκαίρι έρχεται ο χειμώνας

τι θα πεί κρίσιμη ηλικία

ποιός γέννησε το Θεό

γιατί πεθαίνουμε

μιλάνε τα ψάρια;

Γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε στο δάσος

αφού ήξερε πως ήταν εκεί ο λύκος

τι θα πεί βόμβα μεγατόννων

γερνάνε οι άγγελοι;

Γιατί να μην έχουμε και μείς φτερά

πώς γίνεται η πλύση εγκεφάλου

τι χρειάζονται οι μύγες

θα με ξεχάσεις όταν πεθάνεις;

Πότε θα πάμε ταξίδι στο φεγγάρι

σ’ αρέσουν τα ροδάκινα

πού βρίσκεται το αθάνατο νερό

Γιατί έκανες «αχ»

κάθε πότε γίνονται οι πόλεμοι

τις φοβάσαι τις κατσαρίδες

οι κουτοί πάνε στον Παράδεισο

πού είναι ο Παράδεισος

-γιατί δεν μου απαντάς;


Μαμά όταν μιλάει κανείς πολύ

τελειώνει κάποτε η φωνή του;



........................



Sit there, and be careful 

not to spill your milk.


Mom why milk is white

when will you buy me a bicycle

where does the sun go at night

who lights the stars

do little girls die?


What are photons

does sleeping beauty exist

what are the pills of happiness

where is my ball 

who taught birds to sing

when do ants marry

why winter comes after summer 

what is the critical age

who gave birth to God

why do we die

do fish speak?

Why Little Red Riding Hood went to the forest

while knowing the big bad wolf was there

What is a megaton bomb

do angels age?

How come we don't have wings too

how is brainwashing done

why flies are needed

will you forget me when you die?

When are we going to travel to the moon

do you like peaches

where is the immortal water

Why did you say "ouch"

how often wars take place

are you afraid of cockroaches

do silly people go to Paradise

where is Paradise

-why don't you answer me?


Mom, when someone talks too much

does his voice ever end?




Lena Pappa

Saturday, 22 May 2021

Το Παραθύρι - La Vendana

Ο ουρανός σύννεφα ονειρεύεται για τον κόσμο τον πραγματικό

με ύλη ερωτευμένη με το χώρο και το φως.

Πάνω από ’ναν ύφαλο σκορπίζονται σήμερα οι αμμόλοφοι,

αμμουδιές με κύματα θαλασσινά που χιόνια είναι.

Τόσα τυχαία περάσματα, από περίτεχνη ιδιοτροπία,

μαζεύονται εκεί με ακαταμάχητη

στερεότητα που χαμογελά. Στις άκριες κατοικώ

καθώς βάθη διάφανα πυκνώνουν.

Ο άνεμος σκεπάζει, αποκαλύπτει, δυναμώνει

τα φύλλα πάνω στο κλαδί, τα κλαριά στον κορμό,

τους τοίχους, τα πρόστεγα, τους στύλους, τις γωνιές:

γαλήνη φανερωμένη του δειλινού

μιαν ήρεμη ζητά ματιά, μέσ’ από παραθύρι.

Οι λεπτομέρειες γίνοντ’ ένα με το φόντο:

πετραδάκια, πιο κει ένας φράχτης, έπειτα ένα σύρμα.

Συναντά κάθε λεπτό την άλω τη δικιά του –

ή τάχα είν’ ονειροφαντασιά τούτο το γυαλί;

Σαν το παραθύρι μου είμαι. Ο άνεμος με μαγεύει.

Ομορφιά τόσο λαμπρή, μα και με τόση σοφία,

ανάμεσα στον ήλιο και το νου! Λέξεις υπάρχουν στιλβωμένες

μα εγώ έτσι θα ’θελα να γνωρίζω, καθώς του Ιουνίου ο άνεμος.

Της λεύκας το σάλεμα κάνει την αύρα ορατή,

σε γαλήνης κύκλο με κλείνει το σούρουπο

κι ένας ουρανός που υψώνεται τον ορίζοντά μου ακολουθεί.


 .........



Jorge Guillen

Tuesday, 21 July 2015

Πρέβεζα - Preveza



















Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.


Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.


Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.


Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.


Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.


Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.




.....................





Death is the bullies bashing
against the black walls and roof tiling,
death is the women being loved
in the course of onion peeling.

Death the squalid, unimportant streets
with their glamorous and pompous names,
the olive-grove, the surrounding sea, and even
the sun, death among all other deaths.

Death the policeman bending over
to weigh, a "lacking" portion,
death the harebells on the balcony
and the teacher with the newspaper.

Base, Guard, Sixty-man Prevezian Rule.
On Sunday we'll listen to the band.
I've taken out a savings booklet,
my first deposit drachmas thirty one.

Walking slowly on the quay,
"do I exist?" you say, and then: "you do not!"
The ship approaches. The flag is flying.
Perhaps Mr. Prefect will be coming.

If at least, among these people,
one would die of sheer disgust
silent, bereaved, with humble manners,
at the funeral we'd all have fun.





Kostas Kariotakis

Sunday, 3 May 2015

Να Το Αφήσεις Να Σε Διαμορφώσει - To Let It Shape You

 
















(...) Ήταν τόσο κουρασμένος με τον εαυτό του, τις κρύες ιδέες και τα όνειρα του μυαλού του. Η ζωή ένα ποίημα; Όχι όταν συνέχιζες για πάντα να ποιητικοποιείς την ζωή σου αντί να την ζείς. Πόσο αβλαβές ήταν όλο αυτό, και άδειο, άδειο, άδειο! Αυτή η καταδίωξη του εαυτού σου, με πανουργία ακολουθώντας τα ίχνη σου - σε ένα αέναο κύκλο, βεβαίως.

Αυτή η εικονική κατάδυση στο ρεύμα της ζωής, ενώ όλη την ώρα κυνηγούσες τον εαυτό σου, αλιεύοντας τον και μιά και δυό, περίεργα μεταμφιεσμένο! Αν θα μπορούσε να είναι συγκλονισμένος μόνο από κάτι - τη ζωή, την αγάπη, το πάθος - έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να το διαμορφώσει σε ποίηση, αλλά απλά να το αφήσει να τον διαμορφώσει, αυτόν τον ίδιο!  (...)



.......................




(...) He was weary of himself, of cold ideas and brain dreams. Life a poem? Not when you went about forever poetizing about your own life instead of living it. How innocuous it all was, and empty, empty, empty! This chasing after yourself, craftily observing your own tracks--in a circle, of course.

This sham diving into the stream of life while all the time you sat angling after yourself, fishing yourself up in one curious disguise or another! If he could only be overwhelmed by something--life, love, passion--so that he could no longer shape it into poems, but had to let it shape him!
(...)

 
 From the novel 'Niels Lyhne'
  


Jens Peter Jacobsen

Sunday, 26 October 2014

Η Διάσωση Της Σκιάς - The Rescue Of Shadow

























μνήμη αγνοουμένων


διακριβώθηκε η τύχη του φωτός
η καταγωγή της σκιάς
αποκαταστάθηκε η σύνθεση
ο ακριβής τόνος της εικόνας
ο προπλασμός των ονομάτων

η όψη μας
η λάμψη τους που λειώνει

τώρα
ασάλευτοι οριστικά
σωπαίνουν χαμηλά
χωρίς
το χέρι της αφής να βλέπει
δίχως
το βλέμμα της σιωπής να δείχνει
πως είμαστε εμείς το βάραθρο
το χάος των οστών τους




..................



memory of the missing


the fate of light was calibrated
the origin of the shadow 
the composition was restored
the exact tone of the image
the proplasm of names  

our face 
their brilliance melting

now
motionless
definitely

silent low
without  

hand of touch to see
without
gaze of silence to show
that we are the precipice
chaos of their bones






Antis Ioannidis 

Monday, 24 February 2014

Καθρέφτης - Mirror




Μια μέρα ήρθε στο χωριό 
γυναίκα ταραντούλα
κι όλοι τρέξαν να τη δουν.
άλλος της πέταξε ψωμί
κι άλλοι της ρίξαν πέτρα
απ' την ασχήμια να σωθούν.

Κι ένα παιδί της χάρισε 

ένα κόκκινο λουλούδι, ένα παιδί
Ένα παιδί της ζήτησε 

να πει ένα τραγούδι, ένα παιδί

Κι είπε ποτέ σου μην τους πεις
τι άσχημοι που μοιάζουν,
αυτοί που σε σιχαίνονται
μα στέκουν και κοιτάζουν.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλον μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.

Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο 

ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ 

ωραίο αγγελούδι, ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε 

να πει ένα τραγούδι, ένα παιδί

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.



...........


Οne day in the village 
came the tarantula woman
and everybody rushed to see her
Someone threw some bread to her
and others threw stones at her
to save themselves from ugliness

And a child 

gave her a red flower, a child
A child asked her 

to sing a song, a child

And she said 

"Don't ever tell them
how ugly they seem
those who despise you
but stand there staring"

And she said "Don't ever look
the others in the eyes
cause you become a mirror
and they all break you to pieces"

One day in the village came
a wounded angel
they brought him in a cage
and the wild crowd bought tickets
to see his beauty

And a child, a pretty little angel 

like a tear, a child
A child asked him 

to sing a song, a child

And he said 

"If you want to save yourself
from your own beauty
take an axe and a sword
and cut off your wings"

And he said 

"Don't ever look
the others in the eyes
cause you become a mirror
and they all break you to pieces"





Alkinoos Ioannidis 

Saturday, 21 December 2013

7 Νάνοι Στο S/S Cyrenia - 7 Dwarfs In S/S Cyrenia

 


Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.


Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.


Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.

 
Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.


Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;


Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.


Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.



.............................



Seven. It fits you on the left, don't push it 
All are set in an empty palm. You look like 
locked rooms, the smell of the mainland. 
The youngest one sounds from a hollow reed.

Sim polishes the two bases of the engine 

Rek lubricates the helm when needed. 
With a feather Goby exorcises malaria 
And Haram the cripple leavens buns.

They jump from the crow's nest to the hardtack 

- Can I ever not do you anything as a favor? 
A blond blue-eyed daughter who always studied 
I wonder who the prince will be to'drink her in a glass'.

Raman cross-eyed, crazy you, dissolver of spells, 

blow up the star of the southern cross and make it
come down in a pile scattering the scuttles, and tell 
the same star to take me to the foot of a tree.

Tot that is missing an arm but always spinning,

trying to put manly pants on this incredible gang. 
- Esther, what biblical hangover you dispense while walking 
- Ruth, don't you speak? Why are these two hundred staggering?

Salah, the deaf man, sweeps the deck. 

- With a scraper clean me up from the ship paint 
But there is something deeper keeping me dirty. 
- My son, where are you going? I am going to the sea, Mom.

And so, we go down along with these seven. 

With the rain, and the storm commanding us. 
In your eyes there is a living sea, I remember... 
The last one with a flute plays to me a lullaby.



 Nikos Kavvadias 






Friday, 15 November 2013

Ένας Ποιητής - A Poet

 















Αποτυχίες, συμβιβασμοί, αλκοόλ, 
χειρόγραφα σκισμένα,
πράξεις ηρωισμού στη φαντασία μου, 
αφήνοντας σαν τον αυνανισμό, 
μιαν αίσθηση ταπεινωμένου αντρισμού, 
λαχεία που πέφτουν στις ονειροπολήσεις μου,
ο χρόνος και η φιλοδοξία που σαν σκυλιά 
μοιράζονται τα κόκαλά μου
κι άλλοτε μια λύσσα 
να εξευτελιστείς για να ξεχάσεις
όλα όσα δεν έγιναν ή μήπως υπομείνεις
αυτά που είναι να γίνουν. 
Κι η ποίηση; Η ποίηση-ένας τρόπος
για να πεθαίνεις όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα…


........................



Failures, compromises, alcohol, 

manuscripts torn, 
acts of heroism in my imagination, 
leaving like masturbation 
a sense of humiliated manhood, 
lotteries winning in my daydreams, 
time and ambition that like dogs 
keep sharing my bones 
and sometimes a kind of rage
to be humiliated so as to forget 
everything that wasn't done ​​or 
maybe endure what is to be done. 
And poetry? Poetry-is a way 
to die harder and harder every day ...




Tasos Livaditis

Friday, 1 November 2013

Παρελθών Χρόνος - A Time Past

 




























Τα παλιά ξύλινα σκαλοπάτια στην μπροστινή πόρτα 
όπου καθόμουν εκείνο το φθινοπωρινό πρωί  
όταν ήρθες κάτω , απλά ξάγρυπνος , 
και η χαρά μου σαν σε είδα (αναδυόμενο 
σε χρυσή ημέρα- 
η δροσιά σχεδόν παγετός) 
με τράβηξε στα πόδια μου να σου πω 
πόσο πολύ σ 'αγάπησα:

κείνα τα ξύλινα σκαλοπάτια
έχουν χαθεί τώρα,σάπισαν
αντικατασταθήκαν με γρανίτη , 
σκληρό,γκρίζο,κι όμορφο. 
Τα παλιά βήματα ζουν 
μόνο μέσα μου: 
τα πόδια και οι μηροί μου
τα θυμούνται, και τα χέρια μου
εξακολουθούν να νιώθουν τα θραύσματα τους .

Όλα τα άλλα περί και γύρω από το σπίτι 
φέρνουν μνήμες των άλλων-του γάμου , 
του γιου μου. Και τα βήματα επίσης: Θυμάμαι 
να κάθεται εκεί με τη φίλη μου και το μικρό γιο της, που πέθανε,
ή μήπως ήταν το δεύτερο που ζει και βασιλεύει; 
Και κάθεται εκεί "στη ζωή μου",συχνά, μόνος ή με το σύζυγό μου. 
Ωστόσο, αυτή τη μια στιγμή , 
το χαρούμενο, χωρίς φόβο ,νεανικό ,"Κι εγώ σ'αγαπώ", 
το ήσυχο που δεν ραγίζει από κανένα πουλί ,κανένα τριζόνι, φύλλα χρυσά 
γυρίζοντας στη σιωπή κάτω χωρίς 
κάποιο αεράκι να τα φυσήξει , 
είναι ότι περιδένεται το ίδιο
στο κεφάλι και το σώμα μου σε αυτές τις πλάκες από ξύλο
που ήταν ζεστές ,αρχαίες ,και τώρα πιά 
περιμένουν κάπου να καούν.



 .......................



The old wooden steps to the front door
where I was sitting that fall morning
when you came downstairs, just awake,
and my joy at sight of you (emerging
into golden day—
the dew almost frost)
pulled me to my feet to tell you
how much I loved you:
 

those wooden steps
are gone now, decayed
replaced with granite,
hard, gray, and handsome.
The old steps live
only in me:
my feet and thighs
remember them, and my hands
still feel their splinters.
 

Everything else about and around that house
brings memories of others—of marriage,
of my son. And the steps do too: I recall
sitting there with my friend and her little son who died,
or was it the second one who lives and thrives?
And sitting there ‘in my life,’ often, alone or with my husband.
Yet that one instant,
your cheerful, unafraid, youthful, ‘I love you too,’
the quiet broken by no bird, no cricket, gold leaves
spinning in silence down without
any breeze to blow them,
is what twines itself
in my head and body across those slabs of wood
that were warm, ancient, and now
wait somewhere to be burnt. 





Denise Levertov

Saturday, 17 August 2013

Έκτακτα Καιρικά Φαινόμενα - Extraordinary Weather Phenomena











Τhose days, the soil was unfounded
from plenty of waters - it was raining for three months. The snakes came out 
numb from the frozen heart of the earth
and hung over the tree branches
Thy were afraid
To be saved and the water was rising up in a certain silence
to drown them but I,
did not remember what star
The thing is I had fallen
eight times from the sky
Those days




Dimitris Kosmopoulos

Saturday, 11 May 2013

Τι Eίναι Aγάπη; - What Is Love?





















Τι είναι αγάπη;
Δεν είναι συμπόνοια μήτε καλοσύνη.
Στη συμπόνοια είναι δύο, αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει.
Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.
Μα στην αγάπη είναι ένα.
Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα.
Δεν ξεχωρίζουν.
Το εγώ και εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει Χάνομαι.
 

..............



What is love?
It is neither sympathy nor kindness.
Sympathy has two,one who hurts and one who sympathizes.
Kindness has two,one who gives and one who receives.
But love has one.
The two come close and become one.
They don't separate.
The me and you perish.
To love means to lose myself out.




Nikos Kazantzakis

Thursday, 11 April 2013

Wstawać - Eγέρθητι























Ονειρευόμασταν τις άγριες νύχτες
όνειρα βίαια και πυκνά,
ονειρευόμασταν ψυχή και σώματι
να γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
Ώσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
το παράγγελμα της αυγής:
«Εγέρθητι»
και ράγιζε η καρδιά μας.


Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
σήμανε ἡ ώρα. Όπου να ναι πάλι θ'ακούσουμε 
το ξενικό παράγγελμα:
«Εγέρθητι»


......................



Sognavamo nelle notti feroci
Sogni densi e violenti
Sognati con anima e corpo:
tornare; mangiare; raccontare.
Finché suonava breve sommesso
Il comando dell’alba:
"Wstawac";
E si spezzava in petto il cuore.

Ora abbiamo ritrovato la casa,
il nostro ventre è sazio,
Abbiamo finito di raccontare.
È tempo. Presto udremo ancora
Il comando straniero:
"Wstawac".




Primo Levi