
84 Ο ΓΙΩΡΓΟΣ
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι δικό μου. Το πώς ήρθε στα χέρια μου ίσως να μην ενδιαφέρει κανένα.
Το έγραψε ένας απλός άνθρωπος, ο Π. Τ.
Το αντιγράφω με την δική του απλή κι ανεπιτήδευτη γραφή.
-----------
Είχα πέσει για ύπνο από νωρίς γιατί την επομένη έπρεπε να δουλέψω πολύ πρωί .
Καθώς κοιμόμουν άκουσα την πόρτα να χτυπά. Τα χτυπήματα ήταν τόσο δυνατά που μπορεί να έσπαγαν το τζάμι. Σηκώθηκα αναστατωμένος, ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν ένας μακρινός ξάδερφος , ένα λαϊκό άτομο της Τρίπολης που είχε στο ενεργητικό του δύο χρόνια φυλακή Τύρηνθας. Ήταν μπεσαλής, χασικλής και δε δεχόταν με τίποτα το λάθος του γιατί ήξερε τα πάντα.
Δεν είχε περάσει μήνας από τότε που έκλεισαν τον πατέρα μου φυλακή και ο Γιώργος είχε έρθει εκείνο το βράδυ να μου δείξει ότι θέλει να μου συμπαρασταθεί. Είχα τόσο ανάγκη τον ύπνο αλλά δεν μπορούσα να φέρω αντίρρηση γιατί ήταν εκτός
ελέγχου .Η αναπνοή του μύριζε έντονα από ένα μέτρο
απόσταση, κάτι ανάμικτο από χασίσι και κρασί.
-Τι έγινε ρε μεγάλε είσαι καλά;
Με μια επιθετική φωνή έτοιμος να με φάει.
-Ρε Γιώργο είμαι πολύ κουρασμένος και αύριο έχω πολύ
δουλειά.
-Τι τρως ρε; πες μου, τι τρως εδώ μόνος σου.
Ήθελε να δείξει ενδιαφέρον για το γιό του φυλακισμένου ξαδέρφου του. Εκείνη την ώρα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε να κάνει ένας μεθυσμένος φυλακόβιος για το γιό ενός ομοιοπαθή .
-Είμαι καλά ρε Γιώργο, τρώω καλά, δεν έχω κανένα πρόβλημα γιατί ρωτάς;
-Να δω το ψυγείο ρε, το ψυγείο.
-Τι να το κάνεις το ψυγείο ρε Γιώργο ; αφού σου είπα…
Με σπρώχνει με δύναμη προς τα πίσω, με πετάει ένα μέτρο μακριά και κατευθύνεται στο ψυγείο, το ανοίγει αλλά το ψυγείο είναι κενό.
-Μωρή κουφάλα δεν έχεις να φας !
-Τρώω ρε Γιώργο, αλλά όχι στο σπίτι, πηγαίνω έξω.
-Και στο ψυγείο, μωρή κουφάλα, δεν έχεις τίποτα και θες να σε πιστέψω ότι τρως αλλού;
-Ρε Γιώργο, σε παρακαλώ, έχω πολύ δουλειά το πρωί.
-Θα σου φέρω φαγητό για το ψυγείο σου τώρα.
-Που θα βρεις ρε Γιώργο τέτοια ώρα φαγητό ;
-Που θα βρω ; όπου και να κάνω εγώ, θα βρω. Περίμενε.
Απομακρύνεται στο σκοτάδι , ανάμεσα στα δέντρα , βγαίνει απ’ το κτήμα, αφήνοντας με σαστισμένο να περιμένω αναγκαστικά να δω τι θα γίνει.
Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά και ο Γιώργος έρχεται με δυο κοκόρια στα χέρια.
-Που τα βρήκες ρε Γιώργο ; τίνος είναι; Θα μας δέσουνε…
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα να τα καθαρίσουμε.
-Τίνος είναι ρε Γιώργο; Πες μου !
-Του πούστη του Γκαβέλα είναι. Επιτρέπεται να τρώει ο Γκαβέλας και να μην τρως εσύ ;
-Ρε Γιώργο θα μας δέσουνε . Είσαι σίγουρος πως δεν σε είδανε δε σ’ ακούσανε ; είναι το δίπλα σπίτι ρε μαλάκα.
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα. Το Γιώργο ούτε τον βλέπουν ούτε τον ακούν τη νύχτα .
Βάζουμε κατσαρόλα στο πετρογκάζ, και με μεγάλη ταχύτητα ύστερα από λίγο έχουμε καθαρίσει από πούπουλα και άντερα .
-Τώρα τι θα κάνω τα πούπουλα ρε Γιώργο; Το πρωί που θα βγω να τα πετάξω μπορεί να με δουν.
-Δεν θα τα πετάξεις εσύ, θα τα πάρω εγώ τώρα. Θα ανέβω μια επάνω το δρομάκι με τ’ αυτοκίνητο και όταν κατέβω θα μου τα δώσεις.
Καθώς βγαίνουμε έξω, βλέπουμε στου Γκαβέλα το σπίτι ένα φως αναμμένο.
-Να ! ρε Γιώργο, τα βλέπεις ; θα με κάψεις και γω δε φταίω ! Τελείως ψύχραιμος , μου λέει να περιμένω. Βάζει μπρος το αυτοκίνητο, ανεβαίνει πιο πάνω, παίρνει στροφή κι έρχεται έξω απ’ την πόρτα μου. Πηγαίνω σιγά σιγά για να του δώσω τη σακούλα με τα πούπουλα . Αφού τα παίρνει, φωνάζει απότομα και πολύ δυνατά :
-Έβγα έξω ρε !
Μου έχουν κοπεί τα γόνατα…
-Τι έπαθες ρε Γιώργο και φωνάζεις ;
-Πήγαινε μέσα εσύ, πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα… μου λέει ψιθυριστά.
-Έβγα έξω μωρή κουφάλα να σε καθαρίσω!
-Ρε Γιώργο είσαι καλά ;
-Πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα εσύ…ξανά ψιθυριστά, μετά δυνατά: δε βγαίνεις ε ; θα ξαναπεράσω και θα σας κατατροπώσω ούλους.
Και χάνεται σα σίφουνας μες τη νύχτα. Την ίδια στιγμή το φως του Γκαβέλα σβήνει.
Σαστισμένος , το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μπω στο σπίτι και να περιμένω το πρωί, να δω τι θα γίνει.
Αχάραγα ακόμα, έφυγα γιατί δεν άντεχα στην αγωνία και τι θάλεγα στους χωριάτες που σίγουρα θα με ρώταγαν το πρωί.
Στις τρις το απόγευμα γύρισα σπίτι. Άλλαξα ρούχα και βγήκα στην αυλή να ποτίσω κάτι λουλούδια.
Καθώς πότιζα , βλέπω με την άκρη του ματιού κάποιον να πλησιάζει προς το σπίτι. Κάνω λίγο έτσι και καταλαβαίνω ότι ήταν ο Γκαβέρας. Δεν δίνω σημασία και συνεχίζω αμέριμνα το πότισμα.
-Γεια σου Παύλο
-Γειά σου Ντίνο
Πλησιάζει μπαίνοντας στο κτήμα.
-Είσαι καλά ρε Παυλάκι ;
Έχω τρομοκρατηθεί …
-Καλά Ντίνο…
-Πολύ καλά.
-Πολύ καλά, γιατί ;
-Ε τι γιατί ρε Παύλο; εχτές το βράδυ δεν άκουσες τίποτα ;
-Α εννοείς εκείνους που φώναζαν ; βγήκα να δω αλλά δεν πρόλαβα, είχαν φύγει.
-Κατά τα άλλα καλά ;
-Καλά . Γιατί ;
-Ρε Παύλο ,δεν σου λείπει τίποτα ;
-Όχι !
-Δεν ξέρω , αλλά εμένα μου λειπάσανε διό κότες.
Πως κρατήθηκα απ’ τα γέλια, ένας θεός ξέρει.
-Σοβαρά ρε Ντίνο ; ρε τα καθάρματα…
-Αυτοί Παύλο πρέπει να ήταν τρομοκράτες .
-Αυτό λέω και γω Ντίνο μου, να πάμε στην Αστυνομία.
-Άντε ρε Παύλο, να μπλέξουμε!
-Κι οι κότες ;
-Ρε γάμα τις κότες… για διό κότες τώρα !