Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013



                                            ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

                                                                                      8/5/03


Πήγαινε προς Νότο, με λεωφορείο. Το πράσινο, οργιώδες από τις πολλές   βροχές και τον επίμονο, ως τέλος Απριλίου, χειμώνα.  Άρχιζε η άνθηση, συγκρατημένη.
 Ξανασυναντήθηκαν τυχαία, στην ίδια πόλη, την ίδια εποχή που όλα άρχισαν, πριν αρκετά χρόνια. Ως τέλος το αισθάνθηκε. Ήταν  η δεύτερη φορά που κύκλος δυνατού έρωτα έκλεινε στην πόλη που άνοιξε, αν και ταξίδεψε αρκετά. Συνηγορία συμπτώσεων.
Νόμιζαν ότι έχει γραφτεί κι η τελευταία φράση του τελικού κεφαλαίου. Έζησαν  μαζί, άλλες πέντε μέρες. Και να, όπως ο ετοιμοθάνατος καλυτερεύει ξαφνικά, μια μικρή αναλαμπή έρχεται, δίκην επιλόγου, στην ίδια πόλη που όλα ξεκίνησαν, να γράψει την αμετάκλητη  λέξη ‘’ΤΕΛΟΣ’’ στην τελευταία σελίδα. Εκεί που μετά είναι το τίποτα.
Η μάλλον μια θέση στη βιβλιοθήκη της μνήμης. Έτσι λοιπόν,  με χάρη. Τι νόημα θα είχαν τα χωρίς γεύση σβησίματα!
Πρέπει να παίρνει μορφή η ζωή. Τότε μόνο  είναι δημιουργία. Να ενσωματώνεται το τυχαίο, το καθημερινό, σε ωραία ποιητικά σχήματα. Αλλιώς ξετυλίγεται το νήμα των ημερών ως των ανίδεων, αθώων, έμβιων.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

ΣΤΗΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Στην Πατησίων.


Δρασκελούσα βιαστικά το πλατύσκαλο πολυεθνικού μαγαζιού με γυναικεία -δε σκόπευα να ψωνίσω παρά ένα μαύρο μακό όχι πάνω από 10 ευρώ και μετά από χρόνο αποχής από αγορές ένοιωθα μια στιγμή χαλάρωσης, όταν εκεί , δίπλα στην είσοδο, μια πολύ νέα, σύγχρονα ντυμένη ψηλή κοπέλα κάτι μου ψιθύρισε δειλά, πολύ σιγά.
Όλο κάτι μας ψιθυρίζουν στ’ αυτί στον δρόμο αυτή την εποχή της κρίσης. Ταυτόχρονα, χωρίς να δώσω σημασία είπα μηχανικά ένα ‘’ευχαριστώ’’ μέσα απ’ τα δόντια και μπήκα.
Ο χρόνος που χρειάζεται να περάσει στο μυαλό μια φράση που δεν είχες πρόθεση ν’ ακούσεις η έπεσε ξαφνικά στ’ αυτιά σου.
Τι μου είπε το κορίτσι; Κάτι ίχνη της φωνής της στο κεφάλι μου επανέλαβαν: …’’ανοίξαμε μαγαζί εδώ κοντά, θέλετε να σας δώσω ένα φυλλάδιο; ’’….
Μα… δεν κρατούσε φυλλάδια θα τα είχε στην τσέπη… γιατί τόσο δειλά; ντρεπόταν;…
Είχε σταθεί έξω από το πολυεθνικό μαγαζί, σιωπηλή πρόκληση στη συνείδηση μου, για ν’ αναγγείλει το άνοιγμα ενός Ελληνικού μικρομάγαζου κι εγώ δεν στάθηκα, προσπέρασα χωρίς ν’ ακούσω καν. Νέοι άνθρωποι μ’ ελπίδα και χίλιους φόβους σίγουρα, τολμούσαν.
Μου έφυγε κάθε επιθυμία να χαζέψω, η πραγματικότητα με τράβηξε έξω απ’ το μανίκι, στην τάξη.
Κατευθύνθηκα προς στη στάση του λεωφορείου .

                                                                                                                                  18/2/13

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

ημερολογια





                            ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ           

                                                                         16/8/12

 Εκεί λίγο μετά τη δύση, στον Αι-Γιάννη με ποδήλατο.
 Ένα φέγγος βγαίνει από τη θάλασσα.
Φωτίζει τα μάτια μου, το κούτελο κι ως μέσα εισχωρεί.
Φεγγοβολώ εκεί κάθε απόγευμα, λίγο μετά τη δύση,
στον Αι-Γιάννη. 
Πόσο λίγο κρατάει τ’ απόγευμα!!!
Πόσο λίγο το ξημέρωμα!!!
                                    *
Τ’ αυτοκίνητα ανάμεσα κρύβουν το θαύμα…
ντε και καλά να εντάξουν τον τενεκέ τους στο τοπίο…


                                                                              17/8/12

Του είπα: μη γράφεις, μη ζωγραφίζεις από συνήθειο η αυταρέσκεια.
Ατόφιο μόνο υλικό, αν έρθει κι όταν. ‘’Έσω βλέπε’’…



Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011


ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Βγήκε στο μπαλκόνι να δει το ποτάμι από ψηλά. Τα έχασε με αυτό που είδε.

Το νερό είχε γίνει όλο, κύβοι. Διάφανοι κύβοι πάγου σε όλο το πλάτος και το μάκρος, όπως κατέβαινε και χάνονταν στο βάθος της κοιλάδας. Γαλάζιοι, άνισοι, γυαλιστεροί, αστραφτεροί της φάνηκε στο φως του ήλιου. Είχε μείνει άφωνη από την ομορφιά. Ήθελε να τον φωνάξει, να βγει κι αυτός από μέσα, να δει το θαύμα. Να πάρει την φωτογραφική μηχανή !... να το δείξει στα παιδιά… μα η φωνή της δεν έβγαινε.

Κι όμως, να, είχε αρχίσει κιόλας ν’ αλλάζει. Ήταν λιγότερο ωραίο.

Γρήγορα έλιωναν όλα. Εξαφανιστήκαν.

Έγινε πάλι νερό που κυλούσε στην κοίτη του.

Mπήκε μέσα.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011


Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή στο φαράγγι της οδού Κροκιδά. Με πήρε ο ύπνος με την τηλεόραση ανοιχτή. Μια ζωή σε σπίτι δικό μας που πατάει στο χώμα. Τώρα ο σεισμός μας κανόνισε για τα καλά.
Είμαι καινούργια στη ζωή του φαραγγιού των πολυκατοικιών. Απ’ αυτούς που μένουν στο απέναντι ράφι με χωρίζουν 15 μέτρα το πολύ. Δεν τους έχω δει ποτέ. Κάτι φευγαλέες μορφές για κάποια δευτερόλεπτα βγαίνουν να πάρουν κάτι - μετά χάνονται. Εγώ ανοίγω τα στόρια για να μπει αέρας.
Αυτοί είναι πάντα με κλειστές κουρτίνες ή κατεβασμένα ρολλά Είναι πέντε το πρωί πριν βγει ο ήλιος που θα μας ψήσει. Κοιτάω ίσια απέναντι, πάνω, κάτω. Ποτέ δεν είναι κανείς. Νοιώθεις ότι από μέσα υπάρχουν πολλές ζωές Όμως πούείναι;! ποτέ δε φαίνονται. Κι όμως σε κάποια μπαλκόνια υπάρχουν καρέκλες, τραπέζια, μια σκούπα. Πότε κάθονται σ’ αυτά; Καμιά ώρα δεν τους έχω δει. Τόσο καλά προσαρμοσμένοι στην κρυμμένη ζωή. Μερικοί έχουν και λουλούδια. Αυτά τα έχουν βάλει έτσι ένα φράγμα. Τους νοιώθω να κυκλοφορούν με σβησμένα φώτα από πίσω. Κάτω παρκαρισμένα τ’ αυτοκίνητα.
Ξημερώνει. Μυρίζει ψωμί που ψήνεται σε φούρνο.
Ναι ! έχει ένα φούρνο μόλις στρίψεις τη γωνία. Ωραία η μυρουδιά. Σημάδι ανθρώπινο! Στη Λιοσίων έχει αρχίσει λίγο-λίγο η κίνηση. Περνάει ένα διπλό λεωφορείο σαν βαρύ ερπετό. Μέσα γεμάτο ανθρώπους με άσπρα ,καθαρά πουκάμισα. Έτοιμοι όπως κάθε πρωί για χρόνια πολλά ,πάνε στη δουλειά. Το μεσημέρι, τα πουκάμισά τους θα είναι βρώμικα, ιδρωμένα. Ένας άλλος με ριγέ μακό κατεβαίνει απ’ τη πάνω μεριά του δρόμου αργά με βαριά βήματα. Στο χέρι κρατά μια σακουλίτσα μπλε πλαστική δεμένη. Μια γυναίκα νέα φάνηκε στο ράφι κάτω δεξιά με ξώπλατο φουστάνι. Πήρε ένα ζευγάρι παντόφλες απ’ το μπαλκόνι και ξαναχάθηκε μέσα. Η μέρα έρχεται ζεστή. Θα κάνει 38 βαθμούς είπε η τηλεόραση. Πως να περάσουν τόσες ώρες με τόση ζέστη εδώ πάνω!
…Ζώντες των εκείνων θάνατον
Των δ’ εκείνων τον βίον τεθνεώτες…

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011


84 Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι δικό μου. Το πώς ήρθε στα χέρια μου ίσως να μην ενδιαφέρει κανένα.
Το έγραψε ένας απλός άνθρωπος, ο Π. Τ.
Το αντιγράφω με την δική του απλή κι ανεπιτήδευτη γραφή.

-----------
Είχα πέσει για ύπνο από νωρίς γιατί την επομένη έπρεπε να δουλέψω πολύ πρωί .
Καθώς κοιμόμουν άκουσα την πόρτα να χτυπά. Τα χτυπήματα ήταν τόσο δυνατά που μπορεί να έσπαγαν το τζάμι. Σηκώθηκα αναστατωμένος, ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν ένας μακρινός ξάδερφος , ένα λαϊκό άτομο της Τρίπολης που είχε στο ενεργητικό του δύο χρόνια φυλακή Τύρηνθας. Ήταν μπεσαλής, χασικλής και δε δεχόταν με τίποτα το λάθος του γιατί ήξερε τα πάντα.
Δεν είχε περάσει μήνας από τότε που έκλεισαν τον πατέρα μου φυλακή και ο Γιώργος είχε έρθει εκείνο το βράδυ να μου δείξει ότι θέλει να μου συμπαρασταθεί. Είχα τόσο ανάγκη τον ύπνο αλλά δεν μπορούσα να φέρω αντίρρηση γιατί ήταν εκτός
ελέγχου .Η αναπνοή του μύριζε έντονα από ένα μέτρο
απόσταση, κάτι ανάμικτο από χασίσι και κρασί.
-Τι έγινε ρε μεγάλε είσαι καλά;
Με μια επιθετική φωνή έτοιμος να με φάει.
-Ρε Γιώργο είμαι πολύ κουρασμένος και αύριο έχω πολύ
δουλειά.
-Τι τρως ρε; πες μου, τι τρως εδώ μόνος σου.
Ήθελε να δείξει ενδιαφέρον για το γιό του φυλακισμένου ξαδέρφου του. Εκείνη την ώρα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε να κάνει ένας μεθυσμένος φυλακόβιος για το γιό ενός ομοιοπαθή .
-Είμαι καλά ρε Γιώργο, τρώω καλά, δεν έχω κανένα πρόβλημα γιατί ρωτάς;
-Να δω το ψυγείο ρε, το ψυγείο.
-Τι να το κάνεις το ψυγείο ρε Γιώργο ; αφού σου είπα…
Με σπρώχνει με δύναμη προς τα πίσω, με πετάει ένα μέτρο μακριά και κατευθύνεται στο ψυγείο, το ανοίγει αλλά το ψυγείο είναι κενό.
-Μωρή κουφάλα δεν έχεις να φας !
-Τρώω ρε Γιώργο, αλλά όχι στο σπίτι, πηγαίνω έξω.
-Και στο ψυγείο, μωρή κουφάλα, δεν έχεις τίποτα και θες να σε πιστέψω ότι τρως αλλού;
-Ρε Γιώργο, σε παρακαλώ, έχω πολύ δουλειά το πρωί.
-Θα σου φέρω φαγητό για το ψυγείο σου τώρα.
-Που θα βρεις ρε Γιώργο τέτοια ώρα φαγητό ;
-Που θα βρω ; όπου και να κάνω εγώ, θα βρω. Περίμενε.
Απομακρύνεται στο σκοτάδι , ανάμεσα στα δέντρα , βγαίνει απ’ το κτήμα, αφήνοντας με σαστισμένο να περιμένω αναγκαστικά να δω τι θα γίνει.
Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά και ο Γιώργος έρχεται με δυο κοκόρια στα χέρια.
-Που τα βρήκες ρε Γιώργο ; τίνος είναι; Θα μας δέσουνε…
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα να τα καθαρίσουμε.
-Τίνος είναι ρε Γιώργο; Πες μου !
-Του πούστη του Γκαβέλα είναι. Επιτρέπεται να τρώει ο Γκαβέλας και να μην τρως εσύ ;
-Ρε Γιώργο θα μας δέσουνε . Είσαι σίγουρος πως δεν σε είδανε δε σ’ ακούσανε ; είναι το δίπλα σπίτι ρε μαλάκα.
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα. Το Γιώργο ούτε τον βλέπουν ούτε τον ακούν τη νύχτα .
Βάζουμε κατσαρόλα στο πετρογκάζ, και με μεγάλη ταχύτητα ύστερα από λίγο έχουμε καθαρίσει από πούπουλα και άντερα .
-Τώρα τι θα κάνω τα πούπουλα ρε Γιώργο; Το πρωί που θα βγω να τα πετάξω μπορεί να με δουν.
-Δεν θα τα πετάξεις εσύ, θα τα πάρω εγώ τώρα. Θα ανέβω μια επάνω το δρομάκι με τ’ αυτοκίνητο και όταν κατέβω θα μου τα δώσεις.
Καθώς βγαίνουμε έξω, βλέπουμε στου Γκαβέλα το σπίτι ένα φως αναμμένο.
-Να ! ρε Γιώργο, τα βλέπεις ; θα με κάψεις και γω δε φταίω ! Τελείως ψύχραιμος , μου λέει να περιμένω. Βάζει μπρος το αυτοκίνητο, ανεβαίνει πιο πάνω, παίρνει στροφή κι έρχεται έξω απ’ την πόρτα μου. Πηγαίνω σιγά σιγά για να του δώσω τη σακούλα με τα πούπουλα . Αφού τα παίρνει, φωνάζει απότομα και πολύ δυνατά :
-Έβγα έξω ρε !
Μου έχουν κοπεί τα γόνατα…
-Τι έπαθες ρε Γιώργο και φωνάζεις ;
-Πήγαινε μέσα εσύ, πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα… μου λέει ψιθυριστά.
-Έβγα έξω μωρή κουφάλα να σε καθαρίσω!
-Ρε Γιώργο είσαι καλά ;
-Πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα εσύ…ξανά ψιθυριστά, μετά δυνατά: δε βγαίνεις ε ; θα ξαναπεράσω και θα σας κατατροπώσω ούλους.
Και χάνεται σα σίφουνας μες τη νύχτα. Την ίδια στιγμή το φως του Γκαβέλα σβήνει.
Σαστισμένος , το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μπω στο σπίτι και να περιμένω το πρωί, να δω τι θα γίνει.

Αχάραγα ακόμα, έφυγα γιατί δεν άντεχα στην αγωνία και τι θάλεγα στους χωριάτες που σίγουρα θα με ρώταγαν το πρωί.
Στις τρις το απόγευμα γύρισα σπίτι. Άλλαξα ρούχα και βγήκα στην αυλή να ποτίσω κάτι λουλούδια.
Καθώς πότιζα , βλέπω με την άκρη του ματιού κάποιον να πλησιάζει προς το σπίτι. Κάνω λίγο έτσι και καταλαβαίνω ότι ήταν ο Γκαβέρας. Δεν δίνω σημασία και συνεχίζω αμέριμνα το πότισμα.
-Γεια σου Παύλο
-Γειά σου Ντίνο
Πλησιάζει μπαίνοντας στο κτήμα.
-Είσαι καλά ρε Παυλάκι ;
Έχω τρομοκρατηθεί …
-Καλά Ντίνο…
-Πολύ καλά.
-Πολύ καλά, γιατί ;
-Ε τι γιατί ρε Παύλο; εχτές το βράδυ δεν άκουσες τίποτα ;
-Α εννοείς εκείνους που φώναζαν ; βγήκα να δω αλλά δεν πρόλαβα, είχαν φύγει.
-Κατά τα άλλα καλά ;
-Καλά . Γιατί ;
-Ρε Παύλο ,δεν σου λείπει τίποτα ;
-Όχι !
-Δεν ξέρω , αλλά εμένα μου λειπάσανε διό κότες.
Πως κρατήθηκα απ’ τα γέλια, ένας θεός ξέρει.
-Σοβαρά ρε Ντίνο ; ρε τα καθάρματα…
-Αυτοί Παύλο πρέπει να ήταν τρομοκράτες .
-Αυτό λέω και γω Ντίνο μου, να πάμε στην Αστυνομία.
-Άντε ρε Παύλο, να μπλέξουμε!
-Κι οι κότες ;
-Ρε γάμα τις κότες… για διό κότες τώρα !