Οἱ "ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ" τοῦ Ἴψεν: "ΔΕΝ ΖΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΚΙ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΣ".
Πρὶν δημοσιοποιηθοῦν (καὶ γίνουν ἀποδεκτὰ τὰ πορίσματα τοῦ Μέντελ*) γιὰ τὴν ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ἔγραψε ὀ Ἴψεν στούς "ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ" { Gengagere =αὐτοὶ ποὺ περπατοῦν ξανὰ στὴ γῆ/ 1881 } μὲ τὴν ἑξῆς ὐπόθεση· Ἡ Ἑλένη Ἄλβινγκ, χήρα τοῦ λοχαγοῦ Ἄλβινγκ, ἑτοιμάζεται νὰ ἐγκαινιάσει ἕνα ὀρφανοτροφείο ποὺ ἔχτισε στὴ μνήμη τοῦ ἄντρα της. Σκοπός της εἶναι νὰ τιμήσει τὸ ὄνομά του στὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ νὰ ξεκαθαρίσει μιὰ γιὰ πάντα μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του, ἀφοῦ ὁ λοχαγὸς ἦταν στὴν πραγματικότητα ἕνας ἄσωτος, διεφθαρμένος γυναικᾶς, πρᾶγμα ποὺ ἡ ἴδια κρατοῦσε κρυφὸ γιὰ χάρη τῆς κοινωνικῆς εὐπρέπειας. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸ Παρίσι ὁ μοναχογιός της, ὁ Ὄσβαλντ, ἕνας ταλαντοῦχος ζωγράφος. Μαζί τους βρίσκεται ὁ πάστορας Μάντερς, παλιὸς οἰκογενειακὸς φίλος καὶ σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν αὐστηρὴ ἠθικὴ τῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ ἡ Ῥεγγίνα, ἡ νεαρὴ ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἀρχίζει νὰ σκοτεινιάζει ὅταν ἀ...