Ένα θεωρητικό ερώτημα σχετικά με το διατροφικό ζήτημα

Καθώς τα τελευταία  χρόνια έρχονται και επανέρχονται «συζητήσεις», «πληροφορίες», «ειδήσεις», εμφανιζόμενες κάποτε και ως «προαναγγελίες» γύρω από το διατροφικό ζήτημα, θα ήθελα να μοιραστώ έναν συγκεκριμένο προβληματισμό, ένα συγκεκριμένο θεωρητικό ερώτημα που ελάχιστα, ή μάλλον καθόλου, έχει απασχολήσει την όλη σχετική «φιλολογία» και το οποίο κατά τη γνώμη μου αξίζει περισσότερης διερεύνησης και -όπως νομίζω- ανάδειξης.

Μιλώντας για «διατροφικό ζήτημα» θα μπορούσε κανείς, από την ίδια οπτική γωνία που θα φανερωθεί στη συνέχεια, να αναφερθεί -εκτός όλων των πιο πρόσφατων πλευρών του- και στην μεταπολεμική «πράσινη επανάσταση», μέσω της οποίας, -από τα λίγα που γνωρίζω όχι πάντως σαν «ειδικός»- επιβλήθηκαν μια σειρά όροι βιομηχανικής καλλιέργειας στη γεωργική παραγωγή, όπου όμως, ας πούμε, ότι εκείνη την περίοδο έπαιξαν βαρύνοντα ρόλο μια σειρά εξελίξεις σχετικές με την αστικοποίηση των πληθυσμών και με την ανάγκη του διατροφικού εφοδιασμού τους. Ωστόσο, πάντως, κάθε άλλο παρά εξαλείφθηκε η πείνα στον «3ο Κόσμο», -όπως «υπόσχονταν» και επιχειρηματολογούσαν υπέρ της «πράσινης επανάστασης» οι πολιτικοί υποστηρικτές της- αφού στον καπιταλισμό η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών δεν αποτελεί κυρίως ζήτημα τεχνολογίας, αλλά κυρίως ζήτημα νόμων της αγοράς, ζήτημα «προσφοράς και ζήτησης», με την πρώτη (ουσιαστικά την ίδια την έκταση της παραγωγής) να βρίσκει τα όριά της εκεί που εξαντλείται η δεύτερη, και με τη δεύτερη (τη ζήτηση) να εξαντλείται όχι στο σημείο όπου πράγματι ικανοποιούνται οι καταναλωτικές ανάγκες, αλλά στο σημείο που υπαγορεύει η δυνατότητα υλοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας και συσσώρευσης του καπιταλιστικού κέρδους.

Εν πάση περιπτώσει, λόγω μιας σειράς αντιφατικών περιστάσεων που αφορούν την μεταπολεμική «πράσινη επανάσταση», ας την αφήσουμε καταρχήν έξω από το παρόν θέμα. Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε το ίδιο, π.χ., με το «ορθολογικό επιστημονικό» επίτευγμα των «τρελών αγελάδων» της αειφόρου ανάπτυξης (;) στη βιομηχανική εκτροφή των ζώων μετά τη δεκαετία του 1980. Όπως, επίσης, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο σχετικά με μια σειρά βιομηχανικών μεθόδων που εφαρμόζονται στην εκτροφή των ζώων ή με ολόκληρη σειρά εφαρμογών της γενετικής μηχανικής στις γεωργικές καλλιέργειες και στη διατροφική βιομηχανία. Ή όπως και σχετικά με νεώτερα «φαινόμενα», σαν τις διαφημιζόμενες πρωτεΐνες από έντομα οι οποίες προωθούνται στο διατροφικό μενού των «μαζών», ή σαν τις τρισδιάστατες «εκτυπώσεις» μέσων διατροφής οι οποίες γίνονται βάιραλ στα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» ή γενικώς στις ιστοσελίδες του διαδικτύου. Ακόμη-ακόμη και σχετικά με την κυβερνητική αντιμετώπιση των αγροτικών κινητοποιήσεων ή των τρεχουσών ζωονόσων στην αιγοπροβατοτροφία και τα ενδεχομένως μακροπρόθεσμα συμφέροντα που «αντικειμενικά» αυτή υπηρετεί, πέρα λ.χ. από τα άμεσα συμφέροντα των εξαγωγέων της φέτας ή πέρα ακόμα και από την ενίσχυση της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κλάδου την οποία συνεπάγεται η καταστροφή των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων και αγροτών.

Μετά, λοιπόν, από την παραπάνω γενική και εντελώς συνοπτική παρουσίαση των «εξελίξεων», προχωράω αμέσως στο θεωρητικό και, συγκεκριμένα, στο πολιτικο-οικονομικό ερώτημα με την παράθεση ενός αποσπάσματος από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, το οποίο και αποτέλεσε έναυσμα του προβληματισμού. Πρόκειται για απόσπασμα από το 4ο μέρος του έργου (Η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας) και το 10ο κεφάλαιο (Έννοια τη σχετικής υπεραξίας) στη σελ. 330 του Α΄ τόμου (τα έντονα δικά μου):

«[…] για την παραγωγή υπεραξίας με την μετατροπή αναγκαίας εργασίας σε υπερεργασία δεν αρκεί καθόλου να γίνει το κεφάλαιο κύριος του προτσές εργασίας με την ιστορικά κληρονομημένη ή υπάρχουσα μορφή του και να παρατείνει απλώς τη διάρκειά του. Πρέπει να ανατρέψει τους τεχνικούς και κοινωνικούς όρους του προτσές εργασίας, δηλ. τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, για ν’ ανεβάσει την παραγωγική δύναμη της εργασίας, για να κατεβάσει την αξία της εργατικής δύναμης με το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και για να συντομέψει έτσι το μέρος της εργάσιμης ημέρας που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή αυτής της αξίας.

Την υπεραξία που παράγεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Αντίθετα την υπεραξία που προκύπτει από τη συντόμευση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη αλλαγή στη σχέση των μεγεθών των δυο συστατικών μερών της εργάσιμης ημέρας την ονομάζω σχετική υπεραξία.

Για να πέσει η αξία της εργατικής δύναμης, πρέπει το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας να αγκαλιάσει κλάδους παραγωγής που τα προϊόντα τους καθορίζουν την αξία της εργατικής δύναμης και επομένως είτε ανήκουν στον κύκλο των συνηθισμένων μέσων συντήρησης είτε μπορούν να τα αντικαταστήσουν. […] την αξία της εργατικής δύναμης την κατεβάζουν επίσης και το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης και το αντίστοιχο φτήναιμα των εμπορευμάτων στους κλάδους που προσφέρουν τα υλικά στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου, τα μέσα εργασίας και το υλικό εργασίας για την παραγωγή των αναγκαίων μέσων συντήρησης. Αντίθετα στους κλάδους παραγωγής που δεν προσφέρουν ούτε αναγκαία μέσα συντήρησης ούτε μέσα παραγωγής για την κατασκευή τους η ανεβασμένη παραγωγική δύναμη αφήνει άθικτη την αξία της εργατικής δύναμης».

Και φτάνουμε, λοιπόν, στα ερωτήματα:

Στην εποχή των μονοπωλίων και της σύμφυσης του πιστωτικού και εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου σε ένα «χρηματιστικό» κεφάλαιο, τα επιτελικά όργανα του οποίου αποτελούν και τα «στρατηγεία» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στην εποχή επίσης όπου τα «στρατηγεία» αυτά βρίσκονται αμέσως αντιμέτωπα με το γενικό για τον καπιταλισμό πρόβλημα της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους λόγω των ραγδαίων μεταβολών στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, αποτελεί απλώς μια «υποψία» το ότι ολόκληρη σειρά εξελίξεων και σχεδιασμών σχετικών με το διατροφικό ζήτημα, -όπως συνοπτικά απαριθμήθηκαν προηγουμένως-, δηλαδή ολόκληρη σειρά εξελίξεων και σχεδιασμών σχετικών με τα πιο αναγκαία από όλα τα αναγκαία μέσα συντήρησης στρατηγικά στοχεύει, -ως γενικός όρος αντιστάθμισης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι απλώς ως όρος κερδοφορίας του ενός ή του άλλου μονοπωλίου στα πλαίσια του μεταξύ τους ανταγωνισμού-, και αποσκοπεί στη γενική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, δηλαδή στη γενική συντόμευση του αναγκαίου (για τη συντήρηση και αναπαραγωγή της) χρόνου εργασίας και στην αντίστοιχη γενική επιμήκυνση του πρόσθετου χρόνου εργασίας, δηλαδή του χρόνου εργασίας κατά τον οποίο παράγεται η υπεραξία που αποσπά το κεφάλαιο με τη μορφή του καπιταλιστικού κέρδους;

Ή, συμπυκνώνοντας τη θεωρητική ουσία του ερωτήματος:

Για να παρατείνει ο καπιταλισμός το «προσδόκιμο» της επιβίωσής του και για να αναβάλει κατά μερικές δεκαετίες (όσες!) τους όρους της «αυτοκαταστροφής» του, πετυχαίνοντας γι’ αυτόν τον σκοπό μια γενική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, πρέπει εμείς, η «πλέμπα», να συνηθίσουμε (και δεν υπάρχει τίποτα αποτελεσματικότερο από τις τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ προκειμένου να συνηθίσουμε) να τρώμε πρωτεΐνες κατσαρίδας και ντομάτες με γονίδια ερπετού;


σκέψεις για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Όσα ακολουθούν σε αυτό το μακροσκελές κείμενο αποτελούν μια προσωπική προσπάθεια παραμερισμού κάποιων τυχόν συγχύσεων γύρω από έννοιες που σχετίζονται με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, συγχύσεων που τυχόν παρεμβάλλονται ανάμεσα στις έννοιες και την πραγματικότητα του πολέμου, και που η παρεμβολή τους συνιστά μια δυνατότητα να προξενήσουν και την παραμικρή έστω αμηχανία -ακόμα και ασήμαντη, ακόμα και υποσυνείδητη- στην εκτίμηση των πραγματικών εξελίξεων. 

Προσπάθεια, όπως ήδη σημειώθηκε, προσωπική, που αν δημοσιοποιείται -στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης πάντα- είναι λόγω της βάσιμης πιθανότητας οι τυχόν σχετικές συγχύσεις και η τυχόν σχετική «αμηχανία» να αφορούν κι άλλους… Ελπίζοντας, δηλαδή, ότι οι όποιες σκέψεις ακολουθούν, μπορεί να έχουν γενικότερα μια θετική συμβολή στην αντικειμενική αναγνώριση της πραγματικότητας του πολέμου, και ότι -σημαντικό!- δεν θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα: αντί να παραμερίζουν τυχόν υπάρχουσες συγχύσεις να τις αναπαράγουν ή και να δημιουργούν νέες.

*

Ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού, του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού (ή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, αναλόγως πού δίνεται η έμφαση και γιατί), και επομένως, από αυτή την άποψη, κάθε πόλεμος συνδέεται αναπόφευκτα με τους γενικούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που καθορίζουν τις επιμέρους εξελίξεις και γύρω από τους οποίους περιστρέφονται οι επιμέρους εξελίξεις. Η εκτίμηση κάθε επιμέρους εξέλιξης και κάθε επιμέρους πολεμικού μετώπου, της συνολικής τάσης τους και ανάπτυξής τους,  αναγκαστικά μένει μετέωρη εφόσον δεν ερμηνεύονται στη βάση αυτών των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, στη βάση των ανταγωνισμών μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων, των ανταγωνισμών μεταξύ των ισχυρότερων κρατών του μονοπωλιακού καπιταλισμού, των ανταγωνισμών μεταξύ των «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων [1] που -λόγω της ανάγκης, του καπιταλισμού γενικά, για αδιάκοπη επέκταση- τείνουν προς την παγκόσμια κυριαρχία και ανταγωνίζονται γι’ αυτήν. Αυτό είναι το γενικό, ιμπεριαλιστικό υπόβαθρο κάθε επιμέρους ανταγωνισμού και κάθε επιμέρους πολεμικής σύγκρουσης, αυτό είναι το γενικό υπόβαθρο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και της συνέχισής της με βίαια μέσα, δηλαδή με τον πόλεμο, τον κάθε συγκεκριμένο πόλεμο που διεξάγεται πάνω στο συγκεκριμένο υπόβαθρο των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Στο σημείο αυτό πρέπει εξαρχής να παρατηρηθεί, ότι είναι ένα πράγμα η εκτίμηση των συγκεκριμένων γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, και είναι ένα άλλο πράγμα η εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου πολέμου που διεξάγεται στο έδαφός τους: Άλλο, δηλαδή όχι το ίδιο, όχι ταυτόσημο, αν και όχι ανεξάρτητο από το πρώτο, αν και πάντα σε στενή συσχέτιση με το πρώτο.

Ανατρέχοντας στην «τυπολογία» των πολέμων και στη σχετική ορολογία της, με το περιεχόμενο που της προσέδωσε ο Λένιν στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Α΄ΠΠ), μπορούμε να αποκομίσουμε κάποιες χρήσιμες διαπιστώσεις. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: Το θέμα δεν είναι ότι το α ή το β «το είπε ο Λένιν», το θέμα είναι ότι από τον Λένιν τέθηκαν οι βάσεις μιας θεωρίας των πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οπότε κάθε συνέχιση αυτής της θεωρίας δεν μπορεί παρά να διατηρεί ορισμένη αναφορά σε αυτές τις βάσεις.

Ανατρέχοντας πρώτα στον ίδιο τον χαρακτηρισμό -από τον Λένιν- του Α΄ΠΠ ως πολέμου ιμπεριαλιστικού, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, η εκτίμηση του Λένιν για τον συγκεκριμένο «τύπο» του Α΄ΠΠ, καθόλου δεν περιορίζεται σε μια απλή αναγωγή από το περιεχόμενο των γενικών ανταγωνισμών στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου πολέμου, καθόλου δεν εξάγει τον «τύπο» του συγκεκριμένου πολέμου (και τα συνακόλουθα πρακτικά καθήκοντα του εργατικού, λαϊκού κινήματος) από μόνη την εκτίμηση των γενικών, κύριων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εκείνης της περιόδου, κυρίως μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας, για το «ξαναμοίρασμα των αποικιών».

Ο Α΄ΠΠ χαρακτηρίζεται από τον Λένιν ιμπεριαλιστικός, όχι απλώς γιατί διεξαγόταν σ’ αυτό το γενικό υπόβαθρο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά γιατί στον πόλεμο αυτόν, που διεξαγόταν στο ευρωπαϊκό έδαφος, συγκρούονταν με τους συνασπισμούς τους οι ίδιες οι «μεγάλες» ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις εκείνης της περιόδου, η Αγγλία και η Γερμανία με τους συνασπισμούς τους, με κύριο αν όχι αποκλειστικό αντικείμενο της πολεμικής σύγκρουσης το «ξαναμοίρασμα» των αποικιών τους στην Αφρική και την Ασία.

Σε αυτό το συγκεκριμένο «περιεχόμενο», στην πολεμική συνέχιση από τις ίδιες αυτές «μεγάλες» ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις της αποικιακής πολιτικής τους των προηγούμενων δεκαετιών, συνίσταται ο χαρακτηρισμός από τον Λένιν του Α΄ΠΠ ως πολέμου ιμπεριαλιστικού, και από αυτό το περιεχόμενο πήγασαν και τα συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα του εργατικού κινήματος σε όλες της ευρωπαϊκές χώρες, και στα δυο αντίπαλα εμπόλεμα μέρη, και στους δυο αντίπαλους εμπόλεμους συνασπισμούς, που ο Λένιν συνόψισε στο σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, για τον σοσιαλισμό.

Στον συγκεκριμένο πόλεμο, τον Α΄ΠΠ, είναι λοιπόν «απόλυτη» η ταύτιση ανάμεσα στο περιεχόμενο των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και στο περιεχόμενο της πολεμικής σύγκρουσης: η δεύτερη αποτελεί την άμεση έκφραση των πρώτων, η πολεμική σύγκρουση αποτελεί την άμεση συνέχιση της πολιτικής των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με βίαια πλέον μέσα. Οι λαοί των ευρωπαϊκών χωρών, η εργατική τάξη και τα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα της Αγγλίας, της Γερμανίας και των άλλων εμπόλεμων χωρών καλούνταν να αιματοκυλιστούν μεταξύ τους για την αποικιακή εκμετάλλευση των λαών της Ασίας και της Αφρικής από τα αγγλικά ή τα γερμανικά, κυρίως, καπιταλιστικά μονοπώλια. Και απέναντι σε αυτό το αιματοκύλισμα για αυτόν τον σκοπό, δεν υπήρχε άλλη ταξική εργατική απάντηση και διέξοδος εκτός από την άμεση μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, σε σοσιαλιστική επανάσταση, σε κάθε εμπόλεμη χώρα.

Η συνέχιση της πολιτικής με βίαια μέσα τα τελευταία 35 χρόνια

Τι βλέπουμε τώρα αν εξετάσουμε τη σχέση των σημερινών γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με τις συγκεκριμένες πολεμικές συγκρούσεις της σύγχρονης ιστορικής περιόδου, η οποία ουσιαστικά εκτείνεται από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης έως και σήμερα;

Ως προς το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, σήμερα, στο 35ο έτος της αντεπανάστασης, βρισκόμαστε σε ένα σημείο ολοκλήρωσης του μεγάλου κύκλου της ξέφρενης οικονομικής, καπιταλιστικής – μονοπωλιακής ανταγωνιστικής επέκτασης που ξεκίνησε πριν 35 χρόνια με την ανατροπή του σοσιαλισμού, και που φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα «εδαφικά» όριά της: Πλέον -σε γενικές γραμμές- καμιά δύναμη, κανένα μονοπωλιακό σύμπλεγμα, κανένα καπιταλιστικό κράτος, δεν μπορεί να επεκταθεί χωρίς να αφαιρέσει έδαφος από τις ανταγωνίστριες δυνάμεις ή, σε κάθε περίπτωση, βρισκόμαστε πολύ κοντά σε ένα τέτοιο σημείο. Και, ταυτόχρονα, καμιά καπιταλιστική – μονοπωλιακή, ιμπεριαλιστική δύναμη δεν μπορεί να αρκεστεί στο οικονομικό «έδαφος» που ήδη κατέχει, γιατί το αντίθετο της καπιταλιστικής επέκτασης δεν είναι παρά η στασιμότητα και η συρρίκνωση, που με τη σειρά τους περιέχουν όλους τους όρους της καπιταλιστικής κρίσης και «κατάρρευσης».

Εντός του ίδιου 35χρονου κύκλου αναδείχθηκε και ο ανταγωνισμός για την «πρωτοκαθεδρία» στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, ο ανταγωνισμός για την παγκόσμια οικονομικο-πολιτική κυριαρχία, η οποία αποτελεί τάση κάθε «μεγάλης» ιμπεριαλιστικής δύναμης εφόσον η οικονομική, καπιταλιστική-μονοπωλιακή της επέκταση εκτείνεται ως τα όρια του σύγχρονου κόσμου και προσκρούει στην επέκταση των ανταγωνιστριών της. Αναδείχθηκε, συγκεκριμένα, ο ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία κυρίως μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, η πάλη των ΗΠΑ για τη διατήρηση  της πρωτοκαθεδρίας τους απέναντι στον αναπτυσσόμενο κινέζικο καπιταλισμό και η πάλη της Κίνας για την απόκτηση αυτής της πρωτοκαθεδρίας και την απόσπασή της από τις ΗΠΑ, για την αντικατάσταση της αμερικανικής «πρωτοκαθεδρίας» από την κινεζική.

Αυτό είναι, σχηματικά, το γενικό, το «κύριο» υπόβαθρο των ιμπεριαλιστικών, των καπιταλιστικών-μονοπωλιακών ανταγωνισμών, οι οποίοι, όπως είναι «φυσικό» και επόμενο, τείνουν προς την άμεση πολεμική σύγκρουση των δυο πλευρών και των συνασπισμών που θα καταφέρουν να συσπειρώσουν και να διατηρήσουν γύρω τους, τείνουν δηλαδή προς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με αυτή τη συγκεκριμένη έννοια: τον πόλεμο μεταξύ των «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων για να κριθεί το ζήτημα της παγκόσμιας «πρωτοκαθεδρίας» τους. Τείνουν σε αυτόν τον πόλεμο, αλλά δεν έχουν φτάσει σε αυτόν και, -από όσο προσωπικά θα μπορούσα να εκτιμήσω-, αποτελεί «ανοιχτό» ζήτημα το αν, το πώς και το πότε θα φτάσουν σε αυτόν.

Σε όλη τη διάρκεια, λοιπόν, αυτού του 35χρονου κύκλου, έως και σήμερα, ο αναπτυσσόμενος γενικός ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, η πάλη για την ιμπεριαλιστική πρωτοκαθεδρία, η πολιτική αυτού του ανταγωνισμού και αυτής της πάλης δεν έχει φτάσει έως την πολεμική της συνέχιση «ως τέτοια», δεν έχει φτάσει έως τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο όπου, δηλαδή, και οι δυο αντίπαλες ιμπεριαλιστικές πλευρές με τους συνασπισμούς τους συγκρούονται για τη «λύση» των μεταξύ τους ανταγωνισμών και για την «οριστική» -αλλά και πρόσκαιρη, την «οριστική» αλλά όχι «τελεσίδικη»- επικράτηση της μιας ή της άλλης σαν γενική έκβαση του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Δεν έχει φτάσει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με αυτή τη μορφή και αυτό το περιεχόμενο, που είναι η μορφή και το περιεχόμενο που γεννούν ένα και μόνο άμεσο πρακτικό καθήκον για την εργατική τάξη όλων των χωρών: την μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, σε σοσιαλιστική επανάσταση.

*

Σε όλη τη διάρκειά του ο 35χρονος αυτός κύκλος των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, σε γενικές γραμμές, και με όλη τους την κλιμάκωση, διατηρεί την εξής μορφή:

Από τη μια, η ταχεία καπιταλιστική ανάπτυξη, η καπιταλιστική οικονομικο-πολιτική επέκταση της Κίνας, που με αυτόν τον τρόπο απειλεί την ιμπεριαλιστική, παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και οδηγείται στην απόσπασή της προς όφελος του κινέζικου μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Από την άλλη, η πάλη των ΗΠΑ για τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας τους, η οποία πάλη -πέρα από τις όποιες προσπάθειες μιας «καθαυτό» οικονομικής καπιταλιστικής ανάπτυξης και επέκτασής τους, πέρα κι από την άσκηση πολιτικής βίας μέσω της διαμόρφωσης ενός απέραντου πλέγματος οικονομικών κυρώσεων εναντίον «εχθρών» και «φίλων»- συνίσταται στην εξαπόλυση μιας αλυσίδας πολεμικών επιδρομών με τους εκάστοτε πρόθυμους συμμάχους τους εναντίον μιας σειράς μεμονωμένων, «ξεμοναχιασμένων» περιφερειακών χωρών, με σημαντική πάντοτε τη διαφορά της δύναμης αυτών των χωρών απέναντι στον επιδρομέα, με σκοπό την απόσπασή τους από την «επιρροή» της αντίπαλης καπιταλιστικής – ιμπεριαλιστικής πλευράς και την πρόσδεσή τους στη «σφαίρα επιρροής», στη σφαίρα οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και του συνασπισμού τους. 

Η πολεμική μορφή, η μορφή «συνέχισης» της πολιτικής των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με βίαια μέσα τα τελευταία 35 χρόνια περιγράφεται ονομαστικά με τους κύριους «τίτλους»: Πόλεμος του Κόλπου, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Παλαιστίνη, Βενεζουέλα, Ιράν -με την Ουκρανία να αποτελεί το σημείο μιας «περιορισμένης» προς το παρόν «αντιστροφής» στη «μονομέρεια» αυτής της διαδοχικής σειράς ιμπεριαλιστικών πολεμικών μετώπων. Με κάπως διαφορετικά λόγια, έως το παρόν σημείο της κλιμάκωσης, δεν πρόκειται για πολεμική σύγκρουση μεταξύ των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τη λεία, αλλά πρόκειται για πόλεμο που -κατά βάση- διεξάγει η μια από αυτές τις δυνάμεις, οι ΗΠΑ με τους εκάστοτε «πρόθυμους» συμμάχους τους, κατά, εναντίον της ίδιας της λείας…

Αυτές οι πολεμικές επιδρομές, αυτοί οι πόλεμοι, ενώ εντάσσονται και διεξάγονται στο έδαφος των γενικών και των κύριων διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δεν είναι ιμπεριαλιστικοί με τη συγκεκριμένη έννοια που περιγράψαμε, δηλαδή με την έννοια της άμεσης σύγκρουσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων προκειμένου να κριθεί η έκβαση του μεταξύ τους ανταγωνισμού, ή με άλλα λόγια, δεν είναι πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί «και από τις δύο πλευρές»… Όπου, πάντως, υπήρξε ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός «και από τις δυο πλευρές», – από όλες τις εμπόλεμες πλευρές-, χαρακτήρας του πολέμου αυτός που προσέδωσε το περιεχόμενό του στη συγκεκριμένη ορολογία και στη χρησιμοποίησή της από τον Λένιν κατά τον Α΄ΠΠ για τη διάκριση αυτού του πολέμου από τους διαφορετικούς «τύπους» πολέμων, των οποίων, εκτός από τους ιμπεριαλιστικούς -με τη συγκεκριμένη έννοια- πολέμους, είναι δυνατή η διεξαγωγή τους στην εποχή του ιμπεριαλισμού: Πόλεμοι εθνικοί, εμφύλιοι, σοσιαλιστικοί. Για τη διάκριση των τύπων του πολέμου και, συνακόλουθα, τη διάκριση των άμεσων πρακτικών καθηκόντων που αυτοί συνεπάγονται.

Στο έδαφος και εντός των όρων ανάπτυξης των γενικών διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, δεν είναι ιμπεριαλιστικοί «και από τις δυο πλευρές» οι πόλεμοι που, στη διάρκεια του τελευταίου 35ετούς ιστορικού κύκλου και με αφετηρία τον «πόλεμο του Κόλπου» (1991), εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, της Συρίας και τώρα του Ιράν και του Λιβάνου, δεν είναι ιμπεριαλιστική «και από τις δυο πλευρές» η ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης και η διετής γενοκτονική σφαγή του λαού της στη λωρίδα της Γάζας, δεν είναι ιμπεριαλιστική «και από τις δυο πλευρές» η γκανγκστερική επιδρομή των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας και η απαγωγή του Προέδρου της.  

Είναι αυτονόητο και αναπόφευκτο, ότι η κάθε μια από τις χώρες αυτές, σαν -λιγότερο ή περισσότερο αναπτυγμένες- καπιταλιστικές χώρες (και χωρίς κάτι τέτοιο, υπό διαφορετικούς όρους, να αποκλείεται και για μια υποθετική σοσιαλιστική χώρα), θα διατηρούσε και θα ανέπτυσσε οικονομικές σχέσεις με ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες, ακόμα και με (εν προκειμένω ανταγωνιστικές προς τις ΗΠΑ) ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο πλαίσιο των συμφερόντων της αστικής τάξης του κάθε δοσμένου εθνικού κράτους. Αυτό, όμως, από μόνο του, καθόλου δεν καθιστά αυτούς τους πολέμους ιμπεριαλιστικούς από την πλευρά τους.

Οι πόλεμοι αυτής της 35ετίας, -εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, της Συρίας, του Λιβάνου, του Ιράν κ.ο.κ.-, αν και διεξαγόμενοι στο έδαφος των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, είναι ιμπεριαλιστικοί από τη μια πλευρά, από την πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, ενώ από την άλλη πλευρά, από την πλευρά εκείνων των χωρών που μπήκαν και που μπαίνουν στο στόχαστρο των πολεμικών επιδρομών και εισβολών, δεν θα υπήρχε χαρακτηρισμός, που να περιγράφει πιο κατάλληλα τον «τύπο» του δικού τους πολέμου, διαφορετικός από τον χαρακτηρισμό του εθνικού πολέμου: Εθνικός πόλεμος, από τη μια του πλευρά, και ιμπεριαλιστικός πόλεμος από την άλλη.

Εξωτερική μορφή και ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος

Μια τέτοια θεωρητική αναγνώριση δεν αφορά την «εξωτερική» μορφή της αντικειμενικής πραγματικότητας, εν προκειμένω την «εξωτερική» μορφή του πολέμου. Σε κάθε περίπτωση, αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο της εκάστοτε πραγματικότητας, το ουσιαστικό περιεχόμενο του εκάστοτε πολέμου. Κι αυτή η επισήμανση μας φέρνει άμεσα απέναντι σε ορισμένες σύγχρονες θεωρητικές και πρακτικές προκλήσεις, με τις οποίες είναι αντιμέτωποι οι λαοί, η διεθνής εργατική τάξη, η επαναστατική της πρωτοπορία και οι οποίες, στο σημείο αυτό, αφορούν τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο που μαίνεται ήδη για περισσότερα από τέσσερα χρόνια και που εμφανίζεται και από τις δυο πλευρές σαν δίκαιος εθνικός πόλεμος, αλλά όλο και περισσότερο, στην εξέλιξή του, αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά του που δεν τον καθιστούν τέτοιο από καμία πλευρά.

Η ΝΑΤΟϊκή, αμερικανο-ευρωενωσιακή πραξικοπηματική ανατροπή του 2014, η πραξικοπηματική ανάρρηση ενός φασιστο-νεοφιλελεύθερου συνασπισμού στην ουκρανική κυβέρνηση, ενώ άμεσα οδήγησε στο ξέσπασμα ενός εμφυλίου πολέμου, στον οποίο, τουλάχιστον αρχικά, συνυπήρχαν τα εθνοτικά και τα κοινωνικο-ταξικά χαρακτηριστικά, ταυτόχρονα μετέτρεψε την Ουκρανία σε ευρωατλαντική ιμπεριαλιστική «αιχμή του δόρατος» κατά της Ρωσίας, γεγονός που συνιστούσε μια άμεση πρόκληση που «οποιαδήποτε» Ρωσία (η παρούσα καπιταλιστική είτε μια υποθετική σοσιαλιστική Ρωσία) θα ήταν υποχρεωμένη, με τον ένα ή άλλο τρόπο, να την αντιμετωπίσει.

Από την πλευρά της, η υπαρκτή καπιταλιστική Ρωσία, η καπιταλιστικά-ιμπεριαλιστικά αναδυόμενη όσο και περικυκλούμενη Ρωσία, επέλεξε να υποτάξει την αντιμετώπιση αυτής της άμεσης πρόκλησης στις ανάγκες και φιλοδοξίες της ρωσικής αστικής τάξης, της ρωσικής αστικής εξουσίας: Επιχείρηση αποψίλωσης του ουκρανικού εμφυλίου από κάθε κοινωνικο-ταξικό χαρακτηριστικό και από κάθε αντίστοιχη προοπτική, -η οποία, άλλωστε, στον βαθμό που θα αναπτυσσόταν, δεν θα μπορούσε παρά να «εισαχθεί» και στο εσωτερικό της Ρωσίας-, επιχείρηση περιορισμού του αποκλειστικά στα εθνοτικά χαρακτηριστικά του ως όρου «νομιμοποίησης» των ρωσικών αστικών φιλοδοξιών, εισβολή για τη στρατιωτική-πολεμική στήριξη των «ανεξαρτητοποιημένων» ανατολικών ουκρανικών περιοχών, -μια πράξη, «ως τέτοια», διπλωματικά αναστρέψιμη-, ακολούθως, η διπλωματικά μη αναστρέψιμη προσάρτησή τους, με αυτό το «διπλωματικά μη αναστρέψιμο» της προσάρτησης να καθίσταται, επομένως, «μόνιμο» στοιχείο και ενεργό συστατικό των γενικότερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, και με τη «λύση» του να παραπέμπεται ενδεχομένως στην «οριστική» γενική έκβασή τους, και ακολούθως έως και σήμερα, μια παρατεταμένη, σχεδόν στάσιμη εμπλοκή στο ουκρανικό πολεμικό μέτωπο, με τη Ρωσία να «προελαύνει» επί μήνες και χρόνια από χωριό σε χωριό κι από «στρατηγικό σταυροδρόμι» σε «στρατηγικό σταυροδρόμι».

Στην «απέναντι» ιμπεριαλιστική πλευρά του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, στην ευρωατλαντική πλευρά, και ιδίως στις ΗΠΑ, αν στις παραμονές του και στις απαρχές του (κατά την προεδρία Μπάιντεν) η αμέριστη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική στήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία και το «καθεστώς Ζελένσκι» συνοδευόταν -αρχικά, μάλιστα, σε βαθμό ενθάρρυνσης της ρωσικής εισβολής- από διπλωματικούς υπαινιγμούς προς τη Ρωσία για μια ιμπεριαλιστική διανομή των ουκρανικών εδαφών, έστω και με ακριβό για τη Ρωσία τίμημα, -ως ελάχιστο τέτοιο θα μπορούσε να υποτεθεί η άμεση ακύρωση του NORDSTREAM 2-, από τις απαρχές της δεύτερης προεδρίας Τραμπ έως και σήμερα οι διπλωματικοί αυτοί «υπαινιγμοί» έχουν μετατραπεί σε ευθείες χοντροκομμένες προτάσεις ενόσω, ταυτόχρονα, το τίμημα της ιμπεριαλιστικής διανομής αυξάνεται όλο και περισσότερο όσο αυτή δεν πραγματοποιείται: Στην άμεση ακύρωση του NORDSTREAM 2, στην άμεση ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, στην άμεση αντιρωσική συσπείρωση των κρατών της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, προστέθηκαν στην πορεία η διετής γενοκτονική σφαγή του παλαιστινιακού λαού στη λωρίδα της Γάζας, οι γενικότερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ και η ανάρρηση κυβέρνησης «δυτικόφιλων» τζιχαντιστών στη Συρία, η απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας και της συζύγου του και η επιβολή ελέγχου των ΗΠΑ στη βενεζολάνικη πετρελαϊκή παραγωγή, η αμερικανο-ισραηλινή πολεμική επιδρομή κατά Ιράν και Λιβάνου, τη στιγμή που η Ρωσία φαίνεται πρακτικά «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στην εναντίον της ουκρανική-ευρωατλαντική «αιχμή του δόρατος» και στις επιλογές και φιλοδοξίες της ίδιας της ρωσικής αστικής τάξης σε σχέση με την αντιμετώπιση της «δυτικής» πρόκλησης.

Την ίδια στιγμή, ως ένας από τους καθοριστικούς λόγους εξαιτίας του οποίου δεν προχωρά η υλοποίηση των αμερικανικών προτάσεων «διανομής» των ουκρανικών εδαφών, εμφανίζεται η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ισχυρότερων κρατών της, καθώς και της Βρετανίας, που αναλαμβάνουν την οικονομική και στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας, και όπου ταυτόχρονα, -όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή-, η εξουσία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων κρίνει συμφέρον γι’ αυτήν να υποστεί ακόμα και οικονομική ζημιά, -λ.χ. αύξηση του ενεργειακού κόστους, απ’ όπου και αναφύονται παρεπόμενες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις-, αντιμετωπιζόμενη σαν «επένδυση» σε μια στρατηγική γενικευμένης πολεμικής προετοιμασίας που αποβλέπει στο προσδοκώμενο ληστρικό τους μερίδιο από την ανάπτυξη και την έκβαση των συνολικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…

Από όλα τα παραπάνω, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι μόνο δίκαιος και «εθνικός» δεν είναι -για καμιά πλευρά του- ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος. Ότι, στην πραγματικότητα, αποτελεί ιμπεριαλιστική σύγκρουση στο ουκρανικό έδαφος μεταξύ του ευρωατλαντισμού και της -«περικυκλωμένης» έστω- Ρωσίας. Με την ίδια την Ουκρανία εξαρχής να αποτελεί πολιτικο-στρατιωτική αιχμή του ευρωατλαντικού επεκτατικού δόρατος κατά της Ρωσίας, αιχμή σήμερα τόσο των ιμπεριαλιστικών «ειρηνευτικών» προτάσεων Τραμπ όσο, ταυτόχρονα, και της οξυνόμενης ευρωενωσιακής και βρετανικής αντιπαράθεσης κατά της Ρωσίας: και εδώ μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι, εκτός από την αληθινή, πραγματική διαφοροποίηση των «δυτικών» πολιτικών ως προς το ουκρανικό ζήτημα, δεν παύει πρακτικά να διαμορφώνεται ένα σύστημα «καλού και κακού μπάτσου» ή, έστω, «καλού και κακού διπλωμάτη» έναντι της Ρωσίας… Και με την ίδια τη Ρωσία να επιχειρεί να μετατρέψει το ευρωατλαντικό εγχείρημα περικύκλωσής της σε «ευκαιρία» υλοποίησης των φιλοδοξιών της προς τα δυτικά της: αυτή καθαυτή η προσάρτηση του Ντονμπάς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη «της στιγμής», ως πράξη επιβεβλημένη «λόγω των συγκυριών», παρά μόνο ως έκφραση προϊούσας φιλοδοξίας της ρωσικής αστικής τάξης.

Το ζήτημα σχετικά με την Ουκρανία και τον χαρακτήρα του πολέμου σ’ αυτήν δεν συνίσταται «απλά» στην πολιτικο-οικονομική πρόσδεσή της στη μια πλευρά του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και στην παραβίαση της κυριαρχίας της προκειμένου να προσδεθεί στην αντίπαλη πλευρά. Αυτό το στοιχείο, άλλωστε, ήδη αφορά πριν απ’ όλα την πραξικοπηματική διαδικασία του 2014. Το ειδικά  σχετικό με τον πόλεμο ζήτημα συνίσταται εξαρχής στη μετατροπή της Ουκρανίας σε δυνητικά άμεση ευρωατλαντική πολεμική απειλή κατά της Ρωσίας και στην εκ μέρους της Ρωσίας «αξιοποίηση» αυτής της απειλής για την υλοποίηση επεκτατικού χαρακτήρα φιλοδοξιών και επιδιώξεων της αστικής τάξης της ως προς τα ουκρανικά εδάφη.

Και πλέον μόνη λύση -πέρα από μια ιμπεριαλιστική δήθεν «λύση»- σε αυτόν τον πόλεμο, μπορεί να αποτελέσει η πολιτική κοινωνικο-ταξική αφύπνιση του καθενός από τους δυο λαούς, του ουκρανικού και του ρώσικου λαού, ο παραμερισμός της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου σε καθεμιά από τις δυο χώρες, η οικοδόμηση της λαϊκής, εργατικής εξουσίας στην καθεμιά από αυτές, η έξοδος της καθεμιάς από αυτές από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις αντίστοιχες φιλοδοξίες των αστικών τους τάξεων, η αποδέσμευση της Ουκρανίας από τους ευρωατλαντικούς στρατηγικούς στόχους κατά της Ρωσίας, η ακύρωση των ρωσικών «εθνικών» επεκτατικών φιλοδοξιών στο ουκρανικό έδαφος,  η συστράτευσή τους στα κοινά συμφέροντα των λαών και των εργαζομένων όπου γης. «Σε καθεμιά» από τις δυο χώρες: Ακόμα κι αν τούτο συνέβαινε μόνο στη μια από αυτές, ακόμα κι αν -έτσι- αυτό δεν θα σήμαινε οπωσδήποτε τον άμεσο τερματισμό του πολέμου, θα ήταν, ωστόσο, αρκετό για να αλλάξει τον χαρακτήρα του πολέμου και τη «λειτουργική» θέση του εντός της συνολικής ανάπτυξης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων… Και απέναντι σε αυτή την άποψη, το πρώτο ίσως που δεν μπορεί να αποτελεί αντεπιχείρημα, -ενώ πράγματι μπορεί να αποτελεί αυτοεκπληρούμενη προφητεία-, είναι η επίκληση του δυσμενούς πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων στη μια ή την άλλη από τις δυο χώρες ή και στις δυο.

Εθνικοί πόλεμοι: μια ιστορική αναδρομή

Στρέφοντας και πάλι το βλέμμα στο θέμα από εκεί που το αφήσαμε, συνεχίζοντας την εξέταση  της κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών κατά την τελευταία 35ετία, και επιστρέφοντας στην εκτίμηση για τον εθνικό χαρακτήρα του πολέμου από την πλευρά των χωρών που μπήκαν και που μπαίνουν στο στόχαστρο των πολεμικών ιμπεριαλιστικών επιδρομών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, ίσως πρέπει να επισημάνουμε πως δεν υπάρχει κάτι το νέο στο γεγονός, ότι ο χαρακτηρισμός ενός πολέμου ως εθνικού μπορεί να προσδιορίζει τόσο έναν πόλεμο μεταξύ εθνών, μεταξύ εθνικών κρατών και, λ.χ., μεταξύ των ανταγωνιστικών εθνικών αστικών τάξεών τους, όπως μπορεί να προσδιορίζει και τον πόλεμο ενός εθνικού κράτους εναντίον μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης όπως, εν προκειμένω, μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης που πραγματοποιεί πολεμικές επιδρομές και εισβολές εναντίον του καθενός εθνικού κράτους από τα παραπάνω (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ και όλη η σειρά που ακολούθησε μέχρι σήμερα).

Αυτό που θα ήταν σχετικά νέο, και με επίκαιρο ενδιαφέρον, θα ήταν να σταθούμε λίγο, όχι στο ζήτημα των εθνικών πολέμων όπως μας είναι θεωρητικά γνωστοί από τους κλασικούς κατά την εποχή της προοδευτικής ανόδου της αστικής τάξης, ούτε και στο ζήτημα των εθνικών πολέμων ειδικά για την αποτίναξη της αποικιοκρατίας και την κατάκτηση της ανεξαρτησίας των αποικιακών εθνών, αλλά στο ζήτημα των εθνικών πολέμων κατά την ιστορικά αντιδραστική φάση της αστικής τάξης και, παραπέρα, κατά την εποχή του ιμπεριαλισμού με τη μορφή της πάλης των «μικρών» εθνικών κρατών στους πολέμους που εξαπολύουν εναντίον τους οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις.

Και να σταθούμε σε αυτό το ζήτημα με σκοπό την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων για τα καθήκοντα που ένας τέτοιος πόλεμος επιβάλλει στην εργατική τάξη και τους κοινωνικούς της συμμάχους: Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τον ιμπεριαλιστικό «και από τις δυο πλευρές», το άμεσο καθήκον, το σύνθημα ήταν η μετατροπή του σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, για τον σοσιαλισμό. Τι γίνεται, όμως, αν έναν πόλεμο αντί για ιμπεριαλιστικό  τον «προσδιορίσουμε», τον «χαρακτηρίσουμε», του απονείμουμε τον «τύπο» του εθνικού πολέμου;

*

Κατ’ αρχήν είναι, νομίζω, από όλους κατανοητό, ότι δεν εξαρτάται ο «χαρακτηρισμός», ο «προσδιορισμός» του «τύπου» ενός συγκεκριμένου πολέμου από τα πρακτικά καθήκοντα και τους αντίστοιχους στόχους που -ανά περίπτωση- θα επιθυμούσαμε να προτάξουμε, αλλά τα δεύτερα -τα πρακτικά καθήκοντα- εξαρτώνται από τον «τύπο» του συγκεκριμένου πολέμου και τον όσο το δυνατό αντικειμενικότερο και ακριβέστερο προσδιορισμό του. Από εκεί και πέρα, εφόσον αυτό είναι για όλους κατανοητό, διαφορετικοί προσδιορισμοί του «τύπου» μπορεί να οφείλονται είτε σε απόκλιση μεταξύ των προσπαθειών αντικειμενικής αναγνώρισής του, σε πραγματική διαφορά ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα θεωρητικά μέτρα και σταθμά, είτε σε διαφορετική ονομαστική προσέγγιση της αντικειμενικής πραγματικότητας, σε απλώς ονομαστική διαφορά ως προς τα χρησιμοποιούμενα μέτρα και σταθμά, οπότε θα αρκούσε η συνειδητοποίηση αυτής της απλώς ονομαστικής διαφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, ας σταθούμε στο ζήτημα που θέσαμε, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε τα συμπεράσματα από δυο διαφορετικές και σχετικά γνωστές ιστορικές εμπειρίες:

Το 1871, πριν την εποχή του ιμπεριαλισμού, αλλά σε ένα κατά κάποιο τρόπο χρονολογικό μεταίχμιο από τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού προς τον καπιταλισμό του μονοπωλίου, σε ένα επίσης μεταίχμιο μεταξύ της προοδευτικής ανόδου της ευρωπαϊκής αστικής τάξης και της μετατροπής της σε τάξη ιστορικά αντιδραστική και, επίσης, στο έδαφος ενός καταρχήν αντιδραστικού εθνικού πολέμου της γαλλικής αστικής τάξης «επήλθε» η Κομμούνα του Παρισιού.

Παρότι, όπως νομίζω, η Κομμούνα δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα από αυτή την άποψη, είναι ωστόσο δύσκολο να μην [*] πει κανείς, ότι δεν πρόκειται παρά για μια ιστορικά συγκεκριμένη μετατροπή ενός εθνικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, αν και όχι υπό τους όρους της μετατροπής ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου σε τέτοιον:

Το παρισινό προλεταριάτο πήρε στα χέρια του και οργάνωσε την άμυνα του Παρισιού απέναντι στην πρωσική εισβολή… «Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μια νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του Γάλλου εργάτη ενάντια στον Γάλλο κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα. Μπροστά στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή – μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας» [2]. Το εγχείρημα της γαλλικής αστικής τάξης να αφοπλίσει το παρισινό προλεταριάτο, την ίδια την άμυνα του Παρισιού, έφερε στο άμεσο προσκήνιο και κατέστησε αναγκαίο, αναπόφευκτο, αυτό που έξι μήνες νωρίτερα ο Μαρξ περιέγραφε με τα λόγια: «Κάθε απόπειρα ανατροπής της νέας κυβέρνησης, τη στιγμή που ο εχθρός χτυπάει κιόλας τις πόρτες του Παρισιού, θα ήταν απεγνωσμένη τρέλα» [3]. Ο εθνικός -όπως τέτοιος πράγματι, αντικειμενικά, συγκεκριμένα ήταν- πόλεμος  του παρισινού προλεταριάτου μετατράπηκε σε πόλεμο εμφύλιο ταξικό, και μετατράπηκε σε τέτοιον υπό τους όρους ανάπτυξης των ταξικών αντιθέσεων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του εθνικού πολέμου και μέσα από αυτή την διεξαγωγή.

Για να περάσουμε στο δεύτερο γνωστό μας ιστορικό παράδειγμα μετατροπής ενός εθνικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, αυτή τη φορά κατά την ιμπεριαλιστική εποχή και υπό τους όρους των δικών της αντιθέσεων, σχεδόν θα αρκούσαν οι αναλογίες της παρισινής Κομμούνας του 1871 με τον Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, ελάχιστα παραφράζοντας την παραπάνω περιγραφή του Μαρξ: «Μα όταν η Αθήνα είναι οπλισμένη, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μια νίκη της Αθήνας ενάντια στον Γερμανό κατακτητή θα ήταν μια νίκη του Έλληνα εργάτη ενάντια στον Έλληνα κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα», καθώς και ενάντια στην ενιαία ταξική εξουσία του με τον Άγγλο ιμπεριαλιστή, ας προσθέσουμε εν προκειμένω.

Όμως, η περίπτωση της Αθήνας και στην πραγματικότητα ολόκληρης της Ελλάδας το 1944 εκφράζει κάτι πολύ ευρύτερο και ισχυρότερο από την άποψη που εξετάζουμε, δηλαδή από την άποψη της μετατροπής ενός εθνικού πολέμου σε πόλεμο κοινωνικό-ταξικό, και μάλιστα στις συνθήκες πλέον του ιμπεριαλισμού, σε συνθήκες όπου ο εθνικός πόλεμος εκ μέρους γενικά των κατακτημένων από τον Άξονα χωρών περιβαλλόταν ταυτόχρονα από έναν μεγάλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, από τη μια, και των δυνάμεων του Άξονα, από την άλλη (και με όλη την αντικειμενική, σύνθετη ιδιομορφία της διεξαγωγής του εθνικού-πατριωτικού και σοσιαλιστικού πολέμου της ΕΣΣΔ σε συμμαχία με τις ΗΠΑ και την Αγγλία, δηλαδή σε συμμαχία με τη μια πλευρά της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης).

*

Με προοίμιο στο ευρωπαϊκό έδαφος τον ισπανικό εμφύλιο, τη γερμανική «ειρηνική» προσάρτηση Αυστρίας και Τσεχοσλαβακίας, -ως το σημείο αυτό με την ανοχή ή και υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την αντίθεση της ΕΣΣΔ-, ο Β΄ΠΠ, έστω και σαν «παράξενος πόλεμος», ξεκινά το 1939 με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, στο αντικειμενικό έδαφος των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων κυρίως μεταξύ Γερμανίας – Βρετανίας. Ξεκινά σαν πόλεμος ιμπεριαλιστικός μεταξύ -κυρίως- των δυο αυτών δυνάμεων, σαν πόλεμος «για τις αποικίες» αλλά και για την «επιρροή» (που διατηρούσε η Αγγλία) ή για την άμεση στρατιωτική κατοχή (εκ μέρους της Γερμανίας) πάνω σε σειρά ευρωπαϊκών εθνικών κρατών, και μεταξύ τους αυτόν τον χαρακτήρα διατήρησε μέχρι το τέλος του, «διογκωμένο» και από την είσοδο των ΗΠΑ σε αυτόν καθώς και από την σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ – Ιαπωνίας για τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ταυτόχρονα, οι χιτλερικές κατακτήσεις «μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» της Ευρώπης [4], -κατακτήσεις οι οποίες δεν ήταν μόνο «επεισόδια» ενός πολέμου που αποσκοπούσε «απλώς» στις αποικίες, αλλά υλοποιούσαν ένα σχέδιο εθνικής υποδούλωσης των ευρωπαϊκών λαών-, είχαν ως αντικειμενικό αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ενός «μεγάλου εθνικού πολέμου» στην Ευρώπη, «καμιά εικοσαριά χρόνια» μετά τον Α΄ΠΠ [5]. Και εννοείται ότι σε έναν τέτοιο εθνικό πόλεμο στην Ευρώπη, όπως άλλωστε και στην περίπτωση ενός αντιαποικιοκρατικού εθνικού πολέμου, στη μια του πλευρά βρίσκεται μια ιμπεριαλιστική δύναμη, που διεξάγει ιμπεριαλιστικό πόλεμο για την υποδούλωση ενός έθνους ή σειράς εθνών, και στην άλλη πλευρά του βρίσκονται τα έθνη ή το έθνος, -με τις κοινωνικές τάξεις και τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και αντιθέσεις που το συγκροτούν-, το οποίο διεξάγει εθνικό πόλεμο για την αποτίναξη αυτής της υποδούλωσης.

Και, τέλος, από το 1941, με την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, σε αυτόν τον «μεγάλο εθνικό πόλεμο» εισήλθε και η ΕΣΣΔ, για την οποία δεν ήταν μόνο ένας εθνικός, πατριωτικός πόλεμος αλλά, αντικειμενικά, ήταν και σοσιαλιστικός πόλεμος, πόλεμος για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού που οικοδομούσε ήδη επί 24 χρόνια.

Αυτά τα τρία συνθετικά στοιχεία, -πόλεμος ιμπεριαλιστικός για την Ευρώπη και τις αποικίες, πόλεμος εθνικός ενάντια στις χιτλερικές κατακτήσεις και ευρύτερα τις κατακτήσεις του Άξονα, πόλεμος εθνικός και σοσιαλιστικός από την πλευρά της ΕΣΣΔ-, αυτοί οι τρεις συστατικοί «τύποι», αθροιστικά καθώς και στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση, προσδιορίζουν από κοινού τον χαρακτήρα του Β΄ΠΠ.

Και, ιδιαίτερα, σε ό,τι αφορά το συνθετικό στοιχείο του «μεγάλου εθνικού πολέμου» στην Ευρώπη (και όχι μόνο), αυτός δεν ήταν πλέον ο «κλασικός» εθνικός πόλεμος της εποχής της ιστορικά προοδευτικής, επαναστατικής ανόδου της αστικής τάξης, αλλά ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην εποχή του ιμπεριαλισμού… Κι απ’ αυτό το γεγονός προκύπτει η διάκριση ανάμεσα, από τη μια, στο εθνικό «αίτημα» και τον όποιον (ανά περίπτωση) εθνικό αγώνα της κάθε εθνικής αστικής τάξης, ο οποίος δεν θα μπορούσε παρά να είναι προσδεμένος στο άρμα των μονοπωλιακών συμφερόντων και των ιμπεριαλιστικών της συμμαχιών -και όσο περισσότερο έτσι προσδεμένος, τόσο λιγότερο «εθνικός»- και, από την άλλη, στον λαϊκό εθνικό απελευθερωτικό αγώνα, στον λαϊκό εθνικό πόλεμο, για τον οποίο η εθνική απελευθέρωση δεν θα μπορούσε παρά να συνταυτίζεται με τον λαϊκό, ταξικό στόχο της κοινωνικής απελευθέρωσης, να φέρνει στο προσκήνιο όλο και περισσότερο σαν μια ενότητα την εθνική απελευθέρωση και την απελευθέρωση από τα δεσμά της εκμεταλλευτικής, καπιταλιστικής εξουσίας: Διάκριση και διάσταση αντικειμενική, ακριβώς επειδή πρόκειται για εθνικό πόλεμο στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όχι όμως άσχετη στην πραγμάτωσή της από τον βαθμό παρέμβασης του «υποκειμενικού παράγοντα».

*

Είναι αυτή η διάκριση, αυτή η διάσταση του «μεγάλου εθνικού πολέμου» ο οποίος διεξάγεται στην εποχή του ιμπεριαλισμού, που στην Ελλάδα μπόλιασε τον λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με κοινωνικό, ταξικό περιεχόμενο, που έκανε κατορθωτή μια πρωτοφανέρωτη ισχυρή και πλατιά κοινωνική-λαϊκή συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, που έκανε κατορθωτή στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τη δημιουργία και την οικοδόμηση λαοκρατικών πολιτικών θεσμών στην ύπαιθρο και στις πόλεις [6], που προσέδωσε στον ίδιο τον μαζικό ένοπλο λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα περιεχόμενο και χαρακτηριστικά μιας παρατεταμένης επαναστατικής κατάστασης, που κατά τη στιγμή της απελευθέρωσης έφερε στο άμεσο προσκήνιο της πάλης το ζήτημα της κοινωνικής, ταξικής εξουσίας, όσο κι αν σ’ εκείνη και σε άλλες κρίσιμες στιγμές, -Λίβανος, Καζέρτα κ.ά., και ίσως μάλιστα ιδίως σε αυτές τις «πολιτικές» στιγμές που προοικονόμησαν τους όρους της βίαιης, πολεμικής τους «συνέχισης»-, ο υποκειμενικός παράγοντας υστέρησε απέναντι στο ύψος των ιστορικών αναγκών και προκλήσεων, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Εντός των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…

Φυσικά, κάθε εθνικός πόλεμος, κάθε εθνικός αγώνας ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, την ιμπεριαλιστική κατοχή, την παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας, την παραβίαση του αποκλειστικού δικαιώματος των λαών να επιλέγουν τη μορφή της διακυβέρνησής τους και το κοινωνικο-οικονομικό τους σύστημα, είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο «ενταγμένος» στους γενικούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς…

Ανατρέχοντας και πάλι στον Β΄ΠΠ: Αντικειμενικά ενταγμένο στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς της εποχής του ήταν με έναν τρόπο και το σοβιετογερμανικό αμοιβαίο σύμφωνο μη επίθεσης του 1939, και αντικειμενικά ενταγμένος με διαφορετικό τρόπο στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ήταν ο σοβιετο-γερμανικός πόλεμος από το 1941 ως το 1945, χωρίς φυσικά ο πόλεμος των λαών της ΕΣΣΔ να ήταν γι’ αυτό τον λόγο ιμπεριαλιστικός…

Αντικειμενικά ενταγμένος στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, και μάλιστα συγκεκριμένα με την πλευρά της Βρετανίας και εναντίον της πλευράς του Αξονα, ήταν και ο δίκαιος εθνικός πόλεμος του ελληνικού λαού για την απόκρουση της ιταλικής εισβολής το 1940, χωρίς αυτό να αναιρεί τον δίκαιο χαρακτήρα του και την αναγκαιότητα της διεξαγωγής του για την απόκρουση του εισβολέα.

Αυτός ο δίκαιος χαρακτήρας του εθνικού της πολέμου, δεν καθιστούσε την Ελλάδα της «4ης Αυγούστου» -και ευρύτερα την αστική, καπιταλιστική Ελλάδα- δύναμη «αντιιμπεριαλιστική», «αντιφασιστική». Απλώς, στη δεδομένη ιστορική στιγμή, συνέπιπταν στην «τυπική» τους αφετηρία τα καθήκοντα, από τη μια μεριά, που υπαγόρευαν στην αστική εξουσία και στη μοναρχοφασιστική δικτατορική της κυβέρνηση οι πολιτικο-οικονομικοί δεσμοί της με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και, από την άλλη μεριά, τα ιστορικά καθήκοντα που έθετε στον λαό η ιμπεριαλιστική εισβολή του ιταλικού φασισμού. Με σημείο εκκίνησης αυτήν την «τυπική» αφετηρία έμελλε να ακολουθηθούν δυο διαφορετικοί «εθνικοί» ταξικοί δρόμοι, «προορισμένοι» να οδηγηθούν (δηλαδή αντικειμενικά κατευθυνόμενοι) σε σύγκρουση μεταξύ τους…

Αντικειμενικά ενταγμένη στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ Βρετανίας – Γερμανίας ήταν η δίκαιη και αναγκαία, μαζική, ένοπλη λαϊκή εθνικοαπελευθερωτική πάλη κατά της τριπλής γερμανικής, ιταλικής, βουλγαρικής φασιστικής κατοχής: Η ίδια αυτή λαϊκή εθνικοαπελευθερωτική πάλη, που με την ορμητική της ανάπτυξη και τη σταδιακή ολοκλήρωση του κοινωνικο-πολιτικού περιεχομένου και των στόχων της μετατράπηκε σε αντίπαλο για τον «συμμαχικό» βρετανικό ιμπεριαλισμό. Μετατράπηκε, δηλαδή, κατά τη διεξαγωγή και ανάπτυξη του λαϊκού εθνικού πολέμου, η θέση και το περιεχόμενο της «αντικειμενικής ένταξής του» στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Μεταβλήθηκε το «είδος», η μορφή και το περιεχόμενο της ένταξής του στους ιμπεριαλιστικούς και ευρύτερους διεθνείς ανταγωνισμούς, σε μια διαδικασία τέτοιας μεταβολής που έγινε καταρχήν ιδιαίτερα φανερή αμέσως μετά την ανατροπή των γενικών πολεμικών συσχετισμών με τη μάχη του Στάλινγκραντ, για να κορυφωθεί στη σύγκρουση του Δεκέμβρη και μετά από αυτήν… 

Το δίκαιο του αγώνα, το δίκαιο του πολέμου δεν κρίνεται από μόνη την αντικειμενική και με τον ένα ή άλλο τρόπο αναπόδραστη «ένταξή» του στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Το ίδιο το δίκαιο του αγώνα, το ίδιο το δίκαιο του πολέμου, εκτός από δίκαιο τον καθιστά και αναγκαίο: όταν ένας πόλεμος είναι δίκαιος, δεν υπάρχει άλλος δίκαιος πόλεμος, ούτε και άλλη δίκαιη ειρήνη, εκτός από αυτόν… Κι αν, σ’ αυτή την βάση, στη βάση της αντικειμενικής πραγματικότητας που καθορίζει τη διεξαγωγή ενός πολέμου ως δίκαιη ή ως άδικη, υπάρχει κάτι που μπορεί να κατοχυρώσει οριστικά τον δίκαιο χαρακτήρα του εθνικού πολέμου στην εποχή του ιμπεριαλισμού, αυτό είναι η αυτοτελής οργάνωση της εργατικής τάξης, συνολικά της συμμαχίας όλων των εργαζόμενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, και μέσα από αυτήν η ολοκλήρωση της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης που, στις συνθήκες της σύγχρονης, ιμπεριαλιστικής ιστορικής εποχής, δεν μπορεί παρά να συνίσταται στην πάλη για την κοινωνική-ταξική απελευθέρωση, για την απαλλαγή των εργαζομένων από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την αποτίναξη κάθε ιμπεριαλιστικής καταπίεσης, τη συμμαχία με όλους τους λαούς που ακολουθούν αυτόν τον δρόμο, την αλληλεγγύη με όλους τους λαούς που αγωνίζονται, με όλους τους καταπιεζόμενους λαούς, την «αντικειμενική ένταξη» της πάλης τους με αυτόν πλέον τον τρόπο στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για όσο ακόμα συνεχίζει να υπάρχει ο ιμπεριαλισμός στο πρόσωπο της γης…

Το ερώτημα που από αυτή την άποψη τίθεται είναι το εξής: Αν στην εποχή της ιστορικά προοδευτικής αστικής ανόδου ο εθνικός πόλεμος συνδεόταν με- και ολοκληρωνόταν με τη νίκη της αστικής τάξης εναντίον της φεουδαρχίας, τι άλλο μπορεί σήμερα, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, να σημαίνει η ολοκλήρωση ενός εθνικού πολέμου αν όχι τη νίκη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της εναντίον της κυριαρχίας του κεφαλαίου; Και πώς, διαφορετικά, ενώ η αντικειμενική πραγματικότητα τον καθιστά αντικειμενικά δίκαιο και αντικειμενικά αναγκαίο, ταυτόχρονα δεν «μετατρέπεται» σε απλό «επεισόδιο» της έκβασης και, έτσι, της αναπαραγωγής  των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών; Απέναντι όμως στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας «μετατροπής» το ζήτημα δεν βρίσκεται στην παράκαμψη των αναγκαίων θεωρητικών εκτιμήσεων και πρακτικών μέτρων που επιβάλλει η αντικειμενική πραγματικότητα, βρίσκεται στη συνεπή αναγνώρισή τους και στην έμπρακτη υπηρέτησή τους ως τις έσχατες συνέπειές τους.

*

Απέναντι σε αυτή την άποψη, το πρώτο ίσως που -και πάλι- δεν μπορεί να αποτελεί αντεπιχείρημα, ενώ μπορεί και να αποτελεί αυτοεκπληρούμενη προφητεία, είναι η επίκληση του δυσμενούς πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων στην καθεμιά από τις χώρες που είναι υποχρεωμένες να διεξαγάγουν εθνικούς πολέμους, «αντικειμενικά ενταγμένους» στους γενικούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και σε αναπτυσσόμενες συνθήκες που, όπως τώρα, τείνουν προς μια γενικευμένη ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

Οι δυσμενείς πολιτικοί συσχετισμοί, άλλωστε, δεν αφορούν μόνο το εσωτερικό των εθνών και εθνικών κρατών που αναγκάζονται να διεξάγουν εθνική πάλη, εθνικό πόλεμο ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, επιδρομές και εισβολές.

Αφορούν, επίσης, την υλοποίηση των ταξικών εργατικών, λαϊκών καθηκόντων στο εσωτερικό των «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων και των συνασπισμών τους, τα οποία αντικειμενικά δεν διαφέρουν ως προς την ουσία τους είτε πρόκειται για τους πολέμους που διεξάγουν αυτές για την επιβολή της κυριαρχίας τους στα «μικρά», τα «μεμονωμένα», τα «ξεμοναχιασμένα» κράτη, είτε πρόκειται για τη διεξαγωγή μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης, ιμπεριαλιστικής «από όλες της τις πλευρές». Και στις δυο περιπτώσεις τα καθήκοντα της εργατικής τάξης συνίστανται άμεσα στη σύγκρουση με τη «δική της» αστική τάξη σε κάθε χώρα, για την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Και σε σχέση με αυτά  τα αντικειμενικά καθήκοντα σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις διακριτές περιπτώσεις, αν υπάρχει ένας αφετηριακός  παράγοντας που καθοριστικά συμβάλλει στη διατήρηση και στην επιδείνωση των αρνητικών κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, αυτός ο παράγοντας είναι, πρώτα απ’ όλα, η παράλειψη της αναγνώρισης αυτών των αντικειμενικών καθηκόντων, η παράλειψη της διατύπωσής τους, η παράλειψη της πρακτικής υπηρέτησής τους στο συγκεκριμένο έδαφος και στις συγκεκριμένες ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας…

Καθώς και εν μέσω της γενικής κλιμάκωσης των ανταγωνισμών, εν μέσω των συνολικών εξελίξεων αυτής της κλιμάκωσης, οι οποίες και μπορούν ανά πάσα στιγμή είτε να επιβεβαιώσουν το καθετί από τα παραπάνω είτε να το διαψεύσουν, να το αποδείξουν ανεδαφικό, να το καταστήσουν ξεπερασμένο, να επιβάλουν νέους πραγματικούς όρους, νέες ανάγκες αναγνώρισης των αντικειμενικών συνθηκών όπως αυτές μεταβάλλονται, και νέες μορφές θεωρητικής και πρακτικής ανταπόκρισης σε αυτές.

=====================================

[1] …των «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων: Η συγκεκριμένη έκφραση αντιγράφει έναν  τρόπο έκφρασης του Λένιν στις θεωρητικές αναλύσεις του κατά τη διάρκεια του Α΄ΠΠ. Κατά τον τρόπο που το αντιλαμβάνομαι, τα εισαγωγικά στο «μεγάλες» όχι μόνο λειτουργούν υπονομευτικά ως προς την εντύπωση που υποβάλλει αυτό το «μεγαλείο», αλλά, επίσης, υποδηλώνει και τη μετατροπή του ποσοτικού «μεγέθους» σε ποιοτικό μέγεθος. Με την έννοια, λ.χ., ότι:

«[…] Η αστική τάξη όλων των ιμπεριαλιστικών μεγάλων Δυνάμεων, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ρωσίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει γίνει τόσο αντιδραστική και είναι τόσο διαποτισμένη από την τάση για παγκόσμια κυριαρχία, που κάθε πόλεμος από μέρους της αστικής τάξης αυτών των χωρών μπορεί να είναι μόνο αντιδραστικός. Το προλεταριάτο όχι μόνο πρέπει να είναι ενάντια σε κάθε τέτοιο πόλεμο μα και πρέπει να επιθυμεί την ήττα της «δικής του» κυβέρνησης σ’ αυτούς τους πολέμους και να χρησιμοποιεί την ήττα αυτή για την επαναστατική εξέγερση, αν δεν πετύχει η εξέγερση που θα είχε σκοπό την παρεμπόδιση του πολέμου.» […]» (ΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, 1916, από τη συλλογή: Β. Ι. ΛΕΝΙΝ, για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ. 221-222, ΣΕ).

[2] Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, ΣΕ, σελ. 42-43.

[3] Στο ίδιο, σελ. 40.

[4] Κατά την υποθετική περιγραφή του Λένιν δυο δεκαετίες νωρίτερα, το 1916. Βλ.: ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥΝΙΟΥΣ, 1916, από τη συλλογή: Β. Ι. ΛΕΝΙΝ, για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ.191-192, ΣΕ.

[5] Στο ίδιο.

[6] Σχετικά με τον όρο «λαοκρατία», που κατά καιρούς εμφανίζεται σαν να περικλείει το σπέρμα της  υποχώρησης από τον σοσιαλισμό, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το άρθρο του Λένιν Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (1915, από τη συλλογή: Β. Ι. ΛΕΝΙΝ, για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ.167, ΣΕ):

«Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους, ή των δοσμένων εθών, στην πάλη ενάντια στα κράτη που δε θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου».

Τι άλλο σημαίνει το παραπάνω απόσπασμα, αν όχι την αναγόρευση της λαοκρατικής δημοκρατίας σε πολιτική μορφή της κοινωνίας όπου το προλεταριάτο νικά την αστική τάξη και την ανατρέπει, αλλά παραπέρα, και σε πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου κατά την ιστορική πορεία  προς την εξάλειψη των τάξεων: προς τον κομμουνισμό;

Το ζήτημα μάλλον δεν βρίσκεται στην επίθεση κατά των λέξεων σαν αυτές να είναι γίγαντες ενώ είναι ανεμόμυλοι. Βρίσκεται στην, δύσκολη για όλους, θεωρητική και πρακτική συνέπεια, στην ενότητα θεωρίας και πράξης.

[*] Η λέξη «μην» προστέθηκε στις 3-4-2026 16:57 κατά το ξανακοίταγμα του κειμένου.


25/3/1821-25/3/2026: Λευτεριά στην Παλαιστίνη! Αλληλεγγύη στον ιρανικό και στον λιβανέζικο λαό! Θάνατος στους αμερικανο-ισραηλινούς επιδρομείς! Νίκη στον λαό της Κούβας! Ελεύθερη πατρίδα ή θάνατος! Νίκη στην εργατική τάξη και τους λαούς της Ουκρανίας και της Ρωσίας, ενάντια σε ουκρανούς και ρώσους πλουτοκράτες, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ! Να σταματήσει τώρα κάθε εμπλοκή, κάθε συμμετοχή της Ελλάδας στους πολέμους των ιμπεριαλιστών! Να κλείσουνε οι βάσεις, κανένας φαντάρος έξω από τα σύνορα, ούτε γη ούτε νερό στους φονιάδες των λαών! Οι λαοί θα νικήσουν τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό και την εκμετάλλευση! Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών, πόλεμο στον πόλεμο των ιμπεριαλιστών!

«Να σφάξωμεν τους λύκους,

που στον ζυγόν βαστούν 

και χριστιανούς και Τούρκους

σκληρά τους τυραννούν».

Ρήγας Βελεστινλής, Θούριος

25/3/1821-25/3/2026: Λευτεριά στην Παλαιστίνη! Αλληλεγγύη στον ιρανικό και στον λιβανέζικο λαό! Θάνατος στους αμερικανο-ισραηλινούς επιδρομείς! Νίκη στον λαό της Κούβας! Ελεύθερη πατρίδα ή θάνατος! Νίκη στην εργατική τάξη και τους λαούς της Ουκρανίας και της Ρωσίας, ενάντια σε ουκρανούς και ρώσους πλουτοκράτες, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ! Να σταματήσει τώρα κάθε εμπλοκή, κάθε συμμετοχή της Ελλάδας στους πολέμους των ιμπεριαλιστών! Να κλείσουνε οι βάσεις, κανένας φαντάρος έξω από τα σύνορα, ούτε γη ούτε νερό στους φονιάδες των λαών! Οι λαοί θα νικήσουν τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό και την εκμετάλλευση! Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών, πόλεμο στον πόλεμο των ιμπεριαλιστών!


Αναμενόμενο: στο τέλος θα μας έλεγαν και κορόιδα

Σαν χθες, 20-10-1980,  το Υπουργικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη, και με Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή, ενέκρινε ομόφωνα τη συμφωνία επανένταξης της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Όπως είναι γνωστό, την αποχώρηση της χώρας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ είχε αποφασίσει 6 χρόνια πριν, τον Αύγουστο του 1974, η 1η μεταπολιτευτική κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον Κ. Καραμανλή κάτω από την πίεση του λαϊκού παράγοντα για την προδοσία της Κύπρου.

Έξι χρόνια αργότερα, λοιπόν, και χωρίς βέβαια να έχει αλλάξει το οτιδήποτε ως προς τον λόγο της αποχώρησης, την προδοσία της Κύπρου, η τότε κυβέρνηση της ΝΔ προχώρησε στην επανένταξη…

Άλλωστε ήταν πλέον αναμενόμενη -και επήλθε έναν χρόνο αργότερα- η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, που όδευε προς την κυβερνητική εξουσία καπηλευόμενο τα συνθήματα του λαϊκού κινήματος: ΕΟΚ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ και τα λοιπά, κι άντε με τέτοια συνθήματα να επωμιζόταν η κυβέρνηση της «αλλαγής» το «καθήκον» της επανένταξης στο στρατιωτικό σκέλος του ιμπεριαλιστικού οργανισμού.

Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν και, εν προκειμένω, η κυβέρνηση της ΝΔ φρόντισε να διευκολύνει το ΠΑΣΟΚ απαλλάσσοντάς το από «δύσκολα» για την τότε ύπαρξή του διλήμματα, ξεχνώντας και προδοσία της Κύπρου και κάθε τι άλλο μπροστά στην ασφάλεια των στρατηγικών επιλογών της άρχουσας τάξης, διασφαλίζοντας ότι η «αλλαγή» θα έβρισκε τη χώρα εντός και όχι εκτός στρατιωτικού σκέλους του ΝΑΤΟ: «Είπαμε ότι δεν θα μπούμε, όχι όμως και ότι θα βγούμε. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο», ήταν πλέον το σχήμα που υιοθέτησε από το 1981 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εωσότου κι αυτή η πραγματικότητα περάσει στη λαϊκή συνείδηση σαν «δεδομένη», οπότε και το εν λόγω σχήμα πέρασε με τη σειρά του στην αχρηστία.

Καλά τα πήγαν όλοι τους. Αποδείχνοντας επί της ουσίας και το πόσο λογαριάζει η εγχώρια άρχουσα καπιταλιστική τάξη τα «εθνικά θέματα» όταν τα ζυγίζει με τις ταξικές στρατηγικές της επιλογές… Και εγκαινιάζοντας, μεταπολιτευτικά, μια εξωτερική πολιτική εθνικής ανυποληψίας που, με τις όποιες παραλλαγές γνώρισε, προεκτείνεται ως το ιστορικό μας παρόν.  

Ώσπου έφτασε η στιγμή να μας καταλάβουν και να μας ζητάνε και τα ρέστα. Έτσι λοιπόν διαβάζουμε στην προχθεσινή ειδησεογραφία, ότι στο πλαίσιο των παζαριών για το μοίρασμα της πίτας του «αμυντικού» προγράμματος SAFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμμετοχή της Τουρκίας σε αυτό, έναντι των σχετικών ελληνικών αντιρρήσεων ο Τούρκος ΥΠΕΞ επικαλέστηκε την ιστορική επανένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 1980, υποστηρίζοντας ότι «τότε η Τουρκία έδειξε ωριμότητα και στρατηγική διορατικότητα», ζητώντας το ίδιο σήμερα από την Αθήνα

Η Τουρκία, με άλλα λόγια, το 1980 μας «άφησε», μας «επέτρεψε» να ξαναμπούμε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ από το οποίο (τι εξευτελισμός…) είχαμε βγει εξαιτίας του ΝΑΤΟϊκού ρόλου στην όλη διαδικασία που κατέληξε στην τουρκική εισβολή και κατοχή του 37% των κυπριακών εδαφών, και τώρα ζητά να το «ανταποδώσουμε» υπέρ της συμμετοχής της στην πίτα των εξοπλιστικών, και στις όποιες δομές, του SAFE της ΕΕ.

Το «τι θα τους πούμε», τώρα, με τη σειρά μας, είναι βέβαια ζήτημα που αφορά τη χώρα, αλλά δεν είναι ζήτημα που, με τον τρόπο ακριβώς που τίθεται, αφορά «εμάς»…

Διότι στο ΝΑΤΟ δεν μπήκαμε «εμείς». Το μαρτυρεί αυτό, εν είδη δέσμευσης, η φωτογραφία που παρατίθεται εδώ, από τις λαϊκές κινητοποιήσεις του 1980 ενάντια στην επανένταξη, και το σύνθημα του πανό των οικοδομικών σωματείων της Πάτρας, που επίσης είχε αντηχήσει δυνατά και στις διαδηλώσεις της Αθήνας: ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΑΤΟ.   

Εναπόκειται λοιπόν (αλλά όχι βέβαια «εν λευκώ») στην κυβέρνηση και στη «συνέχεια του κράτους» το πώς θα σταθεί απέναντι στους καρπούς μιας πολιτικής που, ενδεικτικά, ξεκινώντας από την επανένταξη του 1980, έχει περάσει φάσεις όπως η συμφωνία (επί «αλλαγής») για την παραμονή των αμερικανικών βάσεων που θα «έφευγαν», η παράδοση Οτσαλάν στην τουρκική ΜΙΤ, η διέλευση των ΝΑΤΟΪκών «χερσαίων» ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, η ευθυγράμμιση με τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς με το μακρόχρονο πρόσχημα του «ονόματος» της ΠΓΔΜ (οδεύοντας πλέον και για το «επίθετο», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), για να καταλήξει σήμερα στην υπαγωγή κάθε «εθνικού θέματος» στη «σταθερότητα της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ», στα κοινοβουλευτικά χειροκροτήματα για τους ναζί του ουκρανικού τάγματος Αζόφ, στις φρεγάτες που στηρίζουν την ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης και τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, στους εναγκαλισμούς Μητσοτάκη με τον εγκληματία πολέμου Νετανιάχου.


«Ανθρωπογενής κρίση» ο λιμός και η εγκληματική ισραηλινή κτηνωδία

Την αρχή έκανε πριν 19 μέρες η κοινή δήλωση των πέντε ευρωπαϊκών κρατών (Ηνωμένου Βασιλείου, Δανίας, Γαλλίας, Ελλάδας και Σλοβενίας), με την οποία αποκαλούσαν τον λιμό στη Γάζα «ανθρωπογενή κρίση».  Ακολούθησε χθες η δήλωση των 14 μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (πλην των ΗΠΑ που όπως φαίνεται δεν «βλέπουν» καν λιμό ή ίσως δεν τον θεωρούν «ανθρωπογενή»), η οποία  επαναλαμβάνει αυτόν τον χαρακτηρισμό του λιμού: «Πρόκειται για ανθρωπογενή κρίση»…

Τη στιγμή που η ανθρωπότητα φρικιά μπρος στη συνεχιζόμενη επί δυο σχεδόν χρόνια εγκληματική γενοκτονική κτηνωδία του ισραηλινού κατοχικού κράτους-δολοφόνου, τα κράτη που απαρτίζουν το Συμβούλιο Ασφαλείας επιχειρούν υπό την κατακραυγή των λαών να αποσείσουν την «υποψία» της συνενοχής τους, επιχειρούν να προβάλουν ένα πλαστό άλλοθι της αθωότητάς τους, κατασκευάζοντας έναν «ορισμό» του λιμού στη Γάζα ως κρίσης «ανθρωπογενούς».

Σύμφωνα με τον «ορισμό» τους, υπαίτιος για τον λιμό δεν είναι το ισραηλινό κράτος και η εγκληματική του δραστηριότητα, αλλά γενικά ο «άνθρωπος».  

Σύμφωνα με τον «ορισμό» τους δεν είναι το ισραηλινό κράτος-τρομοκράτης ο υπαίτιος για τον λιμό, – έπρεπε άλλωστε να φτάσει ως τον λιμό ο πληθυσμός της Γάζας για να ανακαλύψουν κάποια «κρίση» και αυτή «ανθρωπογενή»…  

Ούτε είναι το ισραηλινό κράτος-δολοφόνος ο υπαίτιος για τη δολοφονία των τουλάχιστον 63.000 ως τώρα Παλαιστινίων αμάχων στη συντριπτική τους πλειοψηφία και για τον τραυματισμό, το σακάτεμα εκατοντάδων χιλιάδων ακόμα… Ούτε για τη μεθοδική, συστηματική καταστροφή των υποδομών, των σχολείων, των  νοσοκομείων, για τη δολοφονία εκατοντάδων δημοσιογράφων και εκατοντάδων υγειονομικών, για την κατεδάφιση των κατοικιών, τον εκτοπισμό εκατομμυρίων κατοίκων, την εξελισσόμενη προώθηση των σχεδίων της εθνοκάθαρσης… Αλλά ούτε επίσης και για την κατοχική δολοφονική-τρομοκρατική δραστηριότητα στρατού και εποικιστικού παρακράτους στη Δυτική Όχθη…

Τίποτα από όλα αυτά, που η απαρίθμησή τους δεν χωρά σε ολόκληρους τόμους…

Απλά και μόνο, μια «ανθρωπογενής κρίση», ένας «θετικός» ορισμός δια του οποίου τα κράτη που τον συνυπογράφουν, απέναντι στη λαϊκή κατακραυγή και απέναντι στον κίνδυνο που αυτή συνεπάγεται για τη σταθερότητα της εξουσίας τους, εξασκούν την «ευλύγιστη» ικανότητά τους στο «στρίβειν δια του αρραβώνος». Και δια του οποίου «ορισμού» όλα τα υπόλοιπα που περιλαμβάνονται στη δήλωσή τους ξεπέφτουν σε μια γλαφυρή έκθεση ιδεών, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα και χωρίς πρακτικές συνέπειες για το εγκληματικό ισραηλινό κράτος καθώς η αιτία της «ανθρωπογενούς κρίσης» δεν αναζητείται και δεν «ανακαλύπτεται» σε αυτό αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, στην «ανθρώπινη φύση».  

Έτσι επίσης, στη βάση αυτού του «ορισμού», τα κράτη που υπογράφουν τη δήλωση δεν διατυπώνουν προς το Ισραήλ αξιώσεις, δεν διατυπώνουν απαιτήσεις δεσμευτικές για τα ίδια αυτά κράτη που τις διατυπώνουν σε σχέση με ό,τι αφορά την υλοποίηση ή την μη υλοποίησή τους, απαιτήσεις δεσμευτικές για δραστικά μέτρα εκ μέρους τους προκειμένου αυτές οι αξιώσεις να υλοποιηθούν και μάλιστα αμέσως.  

Αντ’ αυτού, διατυπώνουν «εκκλήσεις»: Εκκλήσεις στον στυγνό εγκληματία να απέχει από τα «ανθρωπογενή» του εγκλήματα, εκκλήσεις στον λύκο να φυλάξει τα πρόβατα που κατασπαράζει.

Τα «ρούχα των βασιλιάδων» ξανά και ξανά αποκαλύπτουν τη γύμνια τους. Η συνενοχή τους στο στυγερό έγκλημα, -συνενοχή με τις πράξεις τους και τις παραλείψεις τους-, βοά όσες εκθέσεις ιδεών κι αν συντάξουν περί του αντιθέτου. Και εναπόκειται στην -για όλα- επείγουσα πάλη των λαών το τίμημα αυτής της συνενοχής να αποδειχθεί βαρύ, πολύ βαρύ.


Οι όροι των λαών

Προφανώς και υπό το βάρος της κατακραυγής στο εσωτερικό των χωρών τους, εμφανίζονται τις τελευταίες μέρες διάφορες πολυμερείς διακρατικές κλπ πρωτοβουλίες «λύσης» του παλαιστινιακού, ανακοινώσεις διαφόρων κρατών ότι τον Σεπτέμβριο θα «αναγνωρίσουν» το παλαιστινιακό κράτος κ.ά, με κοινό παρονομαστή αυτών των πρωτοβουλιών και ανακοινώσεων τη διατύπωση σειράς «όρων» που καθιστούν ουσιαστικά ανεκπλήρωτες τις ίδιες τους τις διακηρύξεις.

Σε αυτό το φόντο άλλωστε ξεφύτρωσε και ο Ανδρουλάκης του ΠΑΣΟΚ, για να δηλώσει, ότι η ομόφωνη (από το 2014) απόφαση της βουλής για αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967 με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ, χρειάζεται «επικαιροποίηση».

Παρεμπιπτόντως, οι σχετικές δηλώσεις Ανδρουλάκη έγιναν με αφορμή το κοινοβουλευτικό αντιδραστικό παραλήρημα του υπουργού δικαιοσύνης Φλωρίδη, ο οποίος ουσιαστικά χαρακτήρισε όσους διαδηλώνουν την αλληλεγγύη τους στον παλαιστινιακό λαό, όχι πλέον μοναχά «αντισημίτες», αλλά και ανθέλληνες καθώς, όπως είπε, «υποστηρίζουν την Τουρκία»: Παλιά μου τέχνη κόσκινο η δοσιλογική «εθνικοφροσύνη» που επιστράτευσε ο Φλωρίδης σε νέα έκδοση, έκδοση ΝΑΤΟτσολιαδισμού και αμερικανοτσολιαδισμού εν προκειμένω, την ίδια ώρα -εκτός των άλλων- που η κυβέρνηση εναποθέτει κυριαρχικά δικαιώματα, εθνικά θέματα κλπ στα «ζάρια» της συνοχής της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ, πηδώντας από ΝΑΤΟϊκό παλούκι σε ΝΑΤΟϊκό παλούκι (από «κυβέρνηση» της Τρίπολης σε «κοινοβούλιο» της Βεγγάζης, κι από «κοινοβούλιο» της Βεγγάζης σε «συμπεριληπτική» τζιχαντιστική «κυβέρνηση» της Συρίας), κι από τα ΝΑΤΟϊκά στα ευρωενωσιακά παλούκια «συμπερίληψης» της Τουρκίας στις δομές της ευρωενωσιακής «άμυνας» κ.ο.κ..

Την ίδια ώρα επίσης που Τουρκία και Ισραήλ, με «ψυχρές» και «θερμές» μεθόδους, διαπραγματεύονται τη στρατιωτική και λοιπή «επιρροή» τους στο έδαφος της Συρίας, επιδεικνύοντας τον μηχανισμό των ιμπεριαλιστικών «διευθετήσεων» που αποτελεί μοντέλο «επίλυσης» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, είτε αυτοί αφορούν τη Συρία είτε την Παλαιστίνη είτε τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα…

Αλλά πέρα από την επίκληση αυτού του ήδη καταρρακωμένου «πραγματισμού» γύρω από τα «εθνικά θέματα», η βαθύτερη κυβερνητική και «αντιπολιτευτική» αθλιότητα συνίσταται στην προσπάθεια να αποδεχτεί ο λαός την ιδέα ότι μπορεί να έχει «κέρδος» από την ανοχή και την υποστήριξη της γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού, ότι τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορεί και να εξασφαλίσουν στον λαό ευημερία και ασφάλεια… Συνίσταται στο κάλεσμα προς τον λαό να γίνει γουρούνι κατ’ εικόνα και ομοίωση των κυβερνητικών και «αντιπολιτευτικών» γουρουνιών που διαχειρίζονται τις αιματοβαμμένες επενδύσεις των επιχειρηματικών ομίλων σαν πολιτικό υπαλληλικό τους προσωπικό.

Σε αντίθεση με όλα αυτά, σε αντίθεση με τις διεθνείς και εγχώριες διεργασίες «διεξόδου» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων από τη συνενοχή τους (με πράξεις και παραλείψεις) στο στυγερό έγκλημα, η αδιαπραγμάτευτη αλληλεγγύη των λαών θέτει τους δικούς τους όρους, που σε μια πρώτη «αυθόρμητη» διατύπωση μπορούν να διερμηνευτούν ως εξής:

—  Άμεση και χωρίς όρους αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στα προ του 1967 σύνορα με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ.

— Χωρίς όρους απελευθέρωση των χιλιάδων Παλαιστινίων που κρατούνται στις ισραηλινές φυλακές.

— Διάλυση των παράνομων κατοχικών εποικισμών και τερματισμός των εποικιστικών προγραμμάτων.

— Δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων στις εστίες τους.   

— Αφοπλισμός των δυνάμεων (ισραηλινό κατοχικό κράτος, εποικιστικό παρακράτος, συμμορίες που δρουν για λογαριαμό του ισραηλινού κράτους κλπ) που βαρύνονται με γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

— Σύλληψη, δίκη και καταδίκη του καταζητούμενου φυγόδικου εγκληματία πολέμου Νετανιάχου, των συνεργατών του, και των συνενόχων του ανεξαρτήτως εθνικότητας.

— Άμεση είσοδος της ανθρωπιστικής, επισιτιστικής βοήθειας που είναι συγκεντρωμένη στα συνοριακά περάσματα, διανομή της υπό τη διεύθυνση των υπηρεσιών του ΟΗΕ.

— Διεθνής αποστολή επισιτιστικής, ανθρωπιστικής βοήθειας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ με πλοία ναυλωμένα από τα κράτη που συναπαρτίζουν την «διεθνή κοινότητα», με τη διακήρυξη ότι κάθε παρεμπόδισή τους αποτελεί πολεμική προσβολή κατά των κρατών που αναλαμβάνουν την ευθύνη της αποστολής.

— Πλήρης ανοικοδόμηση της λωρίδας της Γάζας με έξοδα του εγκληματικού ισραηλινού κράτους και των συνενόχων του, χωρίς άλλους όρους.

— Διακοπή κάθε «στρατηγικής», «εταιρικής», συνεργασίας, σχέσης, σύνδεσης κλπ με το κατοχικό ισραηλινό κράτος-δολοφόνο. Διακοπή κάθε πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας με αυτό.

— Επιβολή αυστηρών κυρώσεων στο κατοχικό-εγκληματικό κράτος, ανάκληση της αναγνώρισής του εωσότου συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΟΗΕ για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, αποσυρθεί πλήρως από τα εδάφη που κατέχει παράνομα οπουδήποτε, εφαρμόσει πλήρως την εκεχειρία στον Λίβανο, καταργήσει τους ρατσιστικούς κλπ κανόνες που διέπουν την εσωτερική του κοινωνικοπολιτική συγκρότηση.

Προφανώς, στα προηγούμενα θα χωρούν κι άλλα, που αυτή τη στιγμή διαφεύγουν. Λόγω του «αυθορμητισμού».


«δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»Με αυτόν τον τρόπο ο Τομ Φλέτσερ, αναπληρωτής γ.γ. του ΟΗΕ αρμόδιος για τον συντονισμό της ανθρωπιστικής αρωγής, περιγράφει ουσιαστικά το μέγεθος της ισραηλινής γενοκτονικής κτηνωδίας κατά του λαού της Παλαιστίνης στη λωρίδα της Γάζας. «Πάνω από 10.000 άνθρωποι στη Γάζα χρειάζονται εσπευσμένη ιατρική διακομιδήΆμαχοι εκτίθενται σε κίνδυνο θανάτου ή τραυματισμού, εξαναγκαστικούς εκτοπισμούς και στέρηση της αξιοπρέπειάς τους… Τα τρόφιμα τελειώνουν. Αυτοί που πάνε να βρουν φαγητό δέχονται πυρά. Ανθρωποι πεθαίνουν προσπαθώντας να βρουν τροφή για τις οικογένειές τους…», είπε, ζητώντας από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αποτιμήσει αν το Ισραήλ τηρεί υποχρεώσεις που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»… Είναι όμως πολλοί εκείνοι που καθόλου δεν έχουν χρησιμοποιήσει τις λέξεις που διαθέτει το λεξιλόγιό τους. Ή που, για την ακρίβεια, χρησιμοποιούν το λεξιλόγιό τους για την ανοιχτή ή πιο «συγκαλυμμένη» (όπως τους φαίνεται) στήριξη της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που είναι και δικά τους εγκλήματα. Οι παραπάνω, άλλωστε, δηλώσεις του αναπληρωτή γ.γ. του ΟΗΕ γίνονται στο φόντο της ανακοίνωσης των ΗΠΑ ότι θα επιβάλουν κυρώσεις κατά της Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδικής εισηγήτριας του ΟΗΕ για το Παλαιστινιακό, διότι -σύμφωνα με τον ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο- το έργο της οδήγησε σε «παράνομες διώξεις Ισραηλινών» στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο… «Φυσικά και έχω ασκήσει κριτική στο Ισραήλ. Έχει διαπράξει γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου», δήλωσε η Αλμπανέζε, που ερευνώντας τις παραβιάσεις στα κατεχόμενα εδάφη, δημοσίευσε πρόσφατα έκθεση κατηγορώντας 60 εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών, για υποστήριξη ισραηλινών οικισμών και στρατιωτικών ενεργειών. «Θέλω να υπενθυμίσω σε όλους ότι ο λόγος για τον οποίο επιβάλλονται αυτές οι κυρώσεις είναι η επιδίωξη της δικαιοσύνης», δήλωσε η ίδια, προσθέτοντας ότι οι τακτικές των ΗΠΑ της θύμισαν «τεχνικές εκφοβισμού της μαφίας», υπονοώντας ότι «οι κυρώσεις θα λειτουργήσουν μόνο αν οι άνθρωποι φοβηθούν και σταματήσουν να εμπλέκονται».

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»… Από την άλλη μεριά, το λεξιλόγιο παραμένει «αχρησιμοποίητο», «ανεξάντλητο» για τους «στρατηγικούς εταίρους» του ισραηλινού κράτους-δολοφόνου -σαν τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη, ένα πρώτο παράδειγμα, και την «αντιπολίτευση» των ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ,ένα δεύτερο παράδειγμα- που ως άλλοι μέτοχοι της γενοκτονικής επιχείρησης λογαριάζουν για τα μονοπώλια που εκπροσωπούν τις αποδόσεις των κεφαλαίων τους και τα κέρδη τους ανά σταγόνα αίματος των παιδιών, των γυναικών και των αντρών της Παλαιστίνης. Ποτάμι το αίμα, ποτάμι και τα κέρδη που προσδοκούν. Παρόμοια και οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές: Κάθε τους λέξη, κάθε τους υποκριτική έκφραση «ανησυχίας», εν μέσω διακηρύξεων για το δικαίωμα του κατοχικού, γενοκτονικού ισραηλινού κράτους στην «αυτοάμυνα», ισοδυναμεί με μια ακόμα πράξη συνενοχής στο εξελισσόμενο έγκλημα. Πρόκειται, άλλωστε, για όλους αυτούς που πριν 2,5 δεκαετίες βομβάρδιζαν τη Σερβία με την κατηγορία της «εθνοκάθαρσης», και που σήμερα, επί 632 ημέρες, παρακολουθούν σε ζωντανή μετάδοση τη μαζική δολοφονία των αμάχων, το ξεκλήρισμα των οικογενειών, τον εκτοπισμό, την καταστροφή των πόλεων, των κατοικιών, των υποδομών, των νοσοκομείων, των σχολείων, τον μεθοδευμένο λιμό, τη σφαγή των πεινασμένων στα σημεία-παγίδες της δήθεν επισιτιστικής αρωγής που «προσφέρει» μια αμερικανο-ισραηλινή ΜΚΟ.

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»… Στις εικόνες της φρίκης καθρεφτίζονται τα πρόσωπα των «ηγετών μας», στις εικόνες της φρίκης καθρεφτίζεται το πραγματικό πρόσωπο της καπιταλιστικής εξουσίας, το πραγματικό πρόσωπο του «ελεύθερου κόσμου» των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, το πραγματικό πρόσωπο των υποκριτικών «αξιών» που ξανά και ξανά διακηρύσσουν ντύνοντας με τα φανταχτερά τους κουρέλια τους ιμπεριαλιστικούς τους σχεδιασμούς, το πραγματικό πρόσωπο των κυβερνήσεών τους και της αντιλαϊκής πολιτικής που ασκούν στο εσωτερικό των χωρών τους. Στις εικόνες της φρίκης καθρεφτίζονται οι «εκπρόσωποί» μας και, το χειρότερο, στις εικόνες των «εκπροσώπων» μας καθρεφτιζόμαστε εμείς οι ίδιοι, στην εξουσία τους καθρεφτίζεται η υποταγή μας και, γι’ αυτό, στη συνενοχή τους καθρεφτίζεται η δική μας συνενοχή.

***

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»… …«Η προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας είναι χρέος όλων μας, καθώς αποτελεί θεμέλιο ειρήνης, σταθερότητας και ανθρωπισμού…», δήλωσε η πρόεδρος των ελλήνων εφοπλιστών, σχολιάζοντας τις επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα εναντίον «ελληνόκτητων» πλοίων που χρησιμοποιούνται για εμπορικές συναλλαγές με το ισραηλινό κράτος-δολοφόνο στηρίζοντας τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού. Επικαλούνται λοιπόν, δημόσια, την «ειρήνη» (το λεξιλόγιό τους διαθέτει τις κατάλληλες λέξεις) αυτοί -οι εφοπλιστές- που στις μεταξύ τους συζητήσεις πανηγυρίζουν και αναγορεύουν σε τρίπτυχο της κερδοφορίας τους τις λέξεις: «αναταραχή, αναταραχή, αναταραχή!». Μιλούν, επίσης, και για «ανθρωπισμό» οι εκπρόσωποι των καπιταλιστικών επιχειρηματικών ομίλων, που -απέναντι στις εργατικές-λαϊκές διεκδικήσεις- δεν χάνουν την ευκαρία να εξηγούν ότι οι επιχειρήσεις τους «δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα». Και πράγματι δεν είναι «φιλανθρωπικά ιδρύματα», είναι ιδρύματα εχθρικά προς την ανθρώπινη ανάπτυξη, ιδρύματα απομύζησης του ανθρώπινου μόχθου και συγκέντρωσής των καρπών του στα χέρια μιας ταξικής μειοψηφίας εχθρικής προς τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Δεν είναι «φιλανθρωπικά ιδρύματα», αυτό το παραδέχονται και το διατυμπανίζουν, ας πάψουν λοιπόν να επικαλούνται (με τη γνωστή αναισχυντία τους) τον «ανθρωπισμό», πόσο μάλλον ως μέσο στήριξης της γενοκτονίας και του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που βρίσκεται σε εξέλιξη…

***

«Δεν μας έχουν απομείνει λέξεις στο λεξιλόγιο»… Εκτός από τρεις λέξεις μόνο: Λευτεριά Στην Παλαιστίνη, που είναι ταυτόχρονα κι οι λέξεις που περικλείνουν τη λευτεριά τη δική μας και του κάθε λαού, όχι από τις λέξεις αλλά απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη, πάντοτε και παντού και εδώ και τώρα.


Πού βρίσκονταν όλοι αυτοί πριν τις 7 Οκτωβρίου 2023;

Τι είναι τα παρακάτω; Λόγια, που όσο δεν μετατρέπονται σε αποφασιστική υλική δύναμη, παραμένουν λόγια. Λόγια όπως αυτά που, επειδή αποσκοπούν στη μετατροπή τους σε αποφασιστική υλική δύναμη, επισύρουν τη λυσσαλέα προσπάθεια του σιωνισμού και των υποστηρικτών του να τα θάψουν, να τα πνίξουν, να τα καταστείλουν, αυτά και όσους τα διατυπώνουν. Ωστόσο το ξέρουν όλοι, το ξέρουμε κι εμείς το ξέρουν κι αυτοί: Η γενοκτονία, το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, η σφαγή, η κατοχή μπορεί να τερματιστεί μόνο με την αποφασιστική υλική δύναμη που θα συγκεντρωθεί εναντίον τους. Με  τη βία -τέτοια είναι και η «βία» που ασκούν οι Χούθι της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, και επομένως αποτελεί έμπρακτη στήριξη του κράτους-δολοφόνου η ελληνική συμμετοχή στην επιχείρηση Aspides-, με την εξέγερση των λαών εναντίον των κυβερνήσεων που στηρίζουν το ισραηλινό κράτος-δολοφόνο, δηλαδή των κυβερνήσεων που παραλείπουν να καταδικάσουν ρητά και απερίφραστα τα εγκλήματά του και να εκφράσουν αυτήν την καταδίκη έμπρακτα και με όλα τα μέσα που διαθέτουν: διπλωματικά, νομικά, πολιτικά, οικονομικά, επιχειρησιακά.

Τι είναι λοιπόν τα παρακάτω; Μόνο μια μικρή αποτύπωση του ισραηλινού κατοχικού καθεστώτος στην Παλαιστίνη και τον εγκλημάτων του πριν τις 7-10-2023 μέχρι και την 1-1-2022 (φυσικά η αναδρομή στο παρελθόν μπορεί να συνεχιστεί για δεκαετίες). Μια αποτύπωση που περιλαμβάνει μόνο δολοφονικά περιστατικά, κι αυτά όχι όλα, περιστατικά που βρήκαν τη θέση τους στην («αόρατη» για τους «γραμματείς και φαρισαίους» των αστικών κόμματων και μμε) καθημερινή ειδησεογραφία. Την καθημερινή ειδησεογραφία που μπορεί να καταγράφει τους νεκρούς, αλλά είναι ωστόσο ανίκανη να καταγράφει τη ζωή όσων συνεχίζουν να ζουν κάτω από το καθεστώς της ισραηλινής κατοχής καθημερινά και επί δεκαετίες.

Και το (ρητορικό) ερώτημα είναι:

Πού βρίσκονταν όλοι αυτοί πριν τις 7 Οκτωβρίου 2023;

7-10-23, η ημερομηνία υποδηλώνει τον εδώ και παραπάνω από 1,5 έτος «παγωμένο» ιστορικό χρόνο: 20 μήνες, 592 ημέρες μέχρι σήμερα (10-6-2025) ιστορικού χρόνου ακινητοποιημένου στην αδιάκοπη νύχτα της κτηνώδους σφαγής του παλαιστινιακού λαού από το κατοχικό ισραηλινό κράτος.

Με μοναδικό πράγμα που μεταβάλλεται, το «ταξίμετρο» της μαζικής εξόντωσης, να αυξάνει σε ομοιόμορφα χρονικά διαστήματα (μέρες, εβδομάδες, μήνες) κατά δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες εν ψυχρώ δολοφονημένους άνδρες, γυναίκες, παιδιά, καταγράφοντας το «κόμιστρο», το ποσοτικό μέγεθος μιας «επένδυσης» μετρημένης με τους ποταμούς αίματος ενός ηρωικού λαού.

Σημείο αφετηρίας, πρόσχημα του διαπραττόμενου εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, η πολεμική έξοδος της Χαμάς από το τείχος-φυλακή που στραγγαλίζει τη λωρίδα της Γάζας, η σύλληψη ομήρων σαν «απάντηση» στην κάθειρξη χιλιάδων Παλαιστινίων στις ισραηλινές φυλακές – με ομήρους και μαχητές να χάνουν αδιάκριτα τη ζωή τους από την επέμβαση της ισραηλινής πολεμικής μηχανής.

Σημείο αφετηρίας που ενεργοποίησε, επίσης, τα πολιτικά αντανακλαστικά όσων έσπευσαν να δηλώσουν την υποστήριξη και την αναγνώρισή τους στο δήθεν «δικαίωμα» ενός κατοχικού κράτους στην «αυτοάμυνα», σαν να μην γνώριζαν, δήθεν, ότι ισοδυναμούσε -η αναγνώριση αυτή- με την έγκρισή τους για την έναρξη της συνεχιζόμενης μέχρι σήμερα γενοκτονικής σφαγής.

Στις 7-10-2023 ήταν όλοι τους «εκεί» και ήξεραν να κάνουν δηλώσεις για το δικαίωμα του κράτους-δολοφόνου στην «αυτοάμυνα»…

Τι δήλωναν, όμως, και πού βρίσκονταν μια μέρα πριν, στις 6 Οκτωβρίου του 2023, όταν ένας 19χρονος Παλαιστίνιος έπεφτε νεκρός από επιδρομή Ισραηλινών εποίκων στο χωριό Χαουάρα της κατεχόμενης  Δυτικής Όχθης;

Πού βρίσκονταν 17 μέρες πριν, στις 20 Σεπτέμβρη 2023, όταν ο κατοχικός ισραηλινός στρατός επέδραμε στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν, στα βόρεια της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, δολοφονώντας 3 Παλαιστίνιους, τραυματίζοντας 30, πλήττοντας ταυτόχρονα το Γενικό Νοσοκομείο της Τζενίν και έναν μουσουλμανικό ναό της περιοχής, «προληπτικά» σύμφωνα με ανακοίνωση του ισραηλινού υπουργείου «Άμυνας»;

Πού βρίσκονταν την 4η Ιουλίου 2023, όταν μια ακόμη, διήμερη επιδρομή του ισραηλινού κατοχικού στρατού στη Τζενίν, -με εκατοντάδες στρατιώτες των κατοχικών δυνάμεων, βομβαρδισμούς από στρατιωτικά ελικόπτερα, καταστροφές δρόμων και κτιρίων από μπουλντόζες και άλλα οχήματα-, δολοφονούσε 14  Παλαιστίνιους και τραυμάτιζε 120, αφήνοντας πίσω της ερείπια και χιλιάδες ξεσπιτωμένους από τον προσφυγικό καταυλισμό της πόλης, ανεβάζοντας από τις αρχές του 2023 σε περισσότερους από 170 τους δολοφονημένους από ισραηλινά πυρά Παλαιστίνιους, σύμφωνα με καταμέτρηση του πρακτορείου ειδήσεων «Associated Press»;

Πού βρίσκονταν στις 6-6-2023, όταν ένα παιδί τριών χρονώναπό το χωριό Ναμπί Σάλεχ, δολοφονούνταν με τραύματα στο κεφάλι από τα πυρά των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής;

Πού βρίσκονταν στις 15-5-2023, όταν οι ισραηλινές δυνάμεις πυροβολούσαν και σκότωναν έναν 22χρονο Παλαιστίνιο στη διάρκεια εφόδου στην πόλη Ναμπλούς στην κατεχόμενηΔυτική Όχθη, επειδή τους «πετούσε πέτρες» ενώ κατεδάφιζαν το σπίτι ενός άλλου που τον θεωρούσαν «ύποπτο»;

Πού βρίσκονταν στις 13-5-2023, όταν δύο ακόμα Παλαιστίνιοι σκοτώνονταν από ισραηλινή επιδρομή στα περίχωρα της Ναμπλούς στο βόρειο τμήμα της Δυτικής Όχθης;

Και πού βρίσκονταν στις 9-5-2023 όταν τουλάχιστον 33 Παλαιστίνιοι σκοτώνονταν και δεκάδες ακόμα τραυματίζονταν από μαζικά αεροπορικά χτυπήματα του Ισραηλινού στρατού στην πόλη της Γάζας και στη Ράφα;

Και πού βρίσκονταν στις 2-5-2023,όταν μαχητής παλαιστινιακής αντικατοχικής οργάνωσης, πέθαινε μετά από απεργία πείνας στις ισραηλινές φυλακές, όπου είχε φυλακιστεί επανειλημμένα, τουλάχιστον 12 φορές, για κάπου οκτώ χρόνια, τον περισσότερο καιρό με βάση το μέτρο της «διοικητικής κράτησης»;

Και πού βρίσκονταν στις 17-4-2023, την «Ημέρα Παλαιστινίων φυλακισμένων στις φυλακές του Ισραήλ», στις οποίες από το 1967 ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιοι έχουν τεθεί υπό κράτηση και στις οποίες, την ημέρα εκείνη, κρατούνταν πάνω από 4.700 πολιτικοί κρατούμενοι, με τους 970 απ’ αυτούς σε διοικητική κράτηση, δηλαδή χωρίς δίκη και χωρίς απαγγελία κατηγορίας, στις  οποίες επίσης κάθε χρόνο 1.000 παιδιά, ακόμα και κάτω των 10 ετών, καθώς και εκατοντάδες γυναίκες φυλακίζονται, στερούνται τα πιο βασικά τους δικαιώματα, υπόκεινται σε απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, στερούνται το δικαίωμα επισκέψεων ακόμα και από τις οικογένειές τους, βιώνουν στυγνή βία από μεριάς των ισραηλινών αρχών, κρατούνται στην απομόνωση για μέρες χωρίς φαγητό, νερό ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη;

Και πού βρίσκονταν στις 22-2-2023, όταν ανέρχονταν σε 10 οι Παλαιστίνιοι που σκοτώνονταν από σφαίρες και σε πάνω από 100 οι τραυματίες κατά την τρίωρη επιδρομή του ισραηλινού στρατού στην Ναμπλούς, στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, ανεβάζοντας σε 59 τον αριθμό των δολοφονημένων Παλαιστινίων στους δύο πρώτους μήνες του 2023, με τη δολοφονία να επισφραγίζουν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί στη λωρίδα της Γάζας την επόμενη μέρα;

Και πού βρίσκονταν στις 26-1-2023, όταν τουλάχιστον 9 Παλαιστίνιοι δολοφονούνταν και τουλάχιστον 20 τραυματίζονταν σε επιδρομή του ισραηλινού στρατού στη Τζενίν, στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, στη διάρκεια της οποίας Ισραηλινοί στρατιώτες έριχναν δακρυγόνα μέσα σε παιδιατρική κλινική νοσοκομείου, ανεβάζοντας επίσης σε 24 τον αριθμό των Παλαιστινίων που είχαν σκοτωθεί από την αρχή του έτους από ισραηλινά πυρά;

Και πού βρίσκονταν στις 14-1-2023, όταν δύο Παλαιστίνιοι,  ένας 24χρονος και ένας 23χρονος, σκοτώνονταν από πυρά του ισραηλινού στρατού σε έφοδό του στην πόλη Τζάμπα, νότια της Τζενίν στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, ενώ ένας ακόμα 19χρονος Παλαιστίνιος υπέκυπτε στα τραύματά του από ισραηλινά πυρά που είχε δεχτεί τις προηγούμενες μέρες;

Και πού βρίσκονταν στις 9-1-2023, όταν  ο υπουργός Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ έδινε εντολή στην αστυνομία να αφαιρεί παλαιστινιακές σημαίες που επιδεικνύονται σε δημόσιους χώρους, με τον ισχυρισμό πως η επίδειξη της σημαίας της Παλαιστίνης σηματοδοτεί υποστήριξη στην «τρομοκρατία»;

Και πού βρίσκονταν στις 2-1-2023, όταν  δυο Παλαιστίνιοι, ο ένας από τους οποίους ηλικίας 17 ετών, σκοτώνονταν από άνδρες του ισραηλινού στρατού κοντά στην Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη;

Πού βρίσκονταν και την προηγούμενη χρονιά, στις 28-12-2022, όταν ο Νετανιάχου  -καταζητούμενος πλέον για εγκλήματα πολέμου με ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου- ανακοίνωνε επέκταση των εβραϊκών εποικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, συνοδευόμενη -όπως είναι επόμενο- η κλοπή της παλαιστινιακής γης από ένταση της δολοφονικής πολιτικής με «ενίσχυση των δυνάμεων ασφαλείας» και «στήριξή τους στον αγώνα τους για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας»;

Και που βρίσκονταν στις 12-12-2022, όταν μέλη της ισραηλινής «Συνοριακής Αστυνομίας» πυροβολούσαν και σκότωναν με μια σφαίρα στο κεφάλι δεκαεξάχρονη Παλαιστίνια κατά τη διάρκεια μιας ακόμη εφόδου στην πόλη Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, τραυματίζοντας και τρεις ακόμα Παλαιστίνιους;

Και πού βρίσκονταν στις 6-11-2022, όταν ένας 18χρονος Παλαιστίνιος έπεφτε νεκρός και ένας ακόμα τραυματιζόταν από ισραηλινά πυρά κοντά στη Ραμάλα, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη;

Και πού βρίσκονταν στις 4-11-2022, όταν δύο Παλαιστίνιοι, ηλικίας 28 και 14 ετών, σκοτώνονταν στη διάρκεια εισβολής του ισραηλινού στρατού σε προσφυγικό στρατόπεδο της πόλης Τζενίν στη Δυτική Όχθη, και δυο ακόμα, 20 και 42 ετών, σκοτώνονταν από ισραηλινά πυρά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και στην πόλη Μπίντο κοντά στη Ραμάλα, και τραυματίζονταν επίσης άλλοι 4, εκ των οποίων ένα αγοράκι 8 ετών;

Και πού βρίσκονταν στις 3-11-2022, όταν από σφαίρες ισραηλινών στρατιωτών έπεφτε νεκρός ένας Παλαιστίνιος στην πόλη Μπέιτ Ντούκου, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, κατά την διάρκεια αντικατοχικής διαδήλωσης;

Και πού βρίσκονταν στις 21-10-2022, όταν από πυρά του ισραηλινού στρατού σκοτωνόταν εν ψυχρώ ένας 19χρονος Παλαιστίνιος στην Τζενίν, στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης,και άλλοι τρεις τραυματίζονταν, στη διάρκεια γενική απεργίας διαμαρτυρίας για τον θάνατο ενός ακόμα, 16χρονου Παλαιστινίου σε νοσοκομείο, έναν μήνα μετά τον σοβαρό τραυματισμό του από ισραηλινά πυρά στη διάρκεια συγκρούσεων;

Και πού βρίσκονταν στις 3-10-2022, όταν δύο Παλαιστίνιοι σκοτώνονταν από Ισραηλινούς στρατιώτες κοντά στον καταυλισμό προσφύγων αλ Τζαλαζούν κοντά στη Ραμάλα;

Και πού βρίσκονταν στις 6-9-2022, όταν ένας Παλαιστίνιος σκοτωνόταν από ισραηλινά πυρά, 16 άλλοι τραυματίζονταν και 1.500 συλλαμβάνονταν στη διάρκεια μιας ακόμη επιδρομής του ισραηλινού στρατού στη Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, «για να κατεδαφίσει το σπίτι του δράστη μιας επίθεσης στο Τελ Αβίβ στις 7 Απρίλη»;

Και πού βρίσκονταν στις 5-9-2022, όταν ένας 19χρονος Παλαιστίνιος σκοτωνόταν από τα ισραηλινά πυρά κοντά στην Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, κατά τη διάρκεια μιας από τις πολλές επιδρομές που πραγματοποιεί η διαβόητη «Συνοριακή Αστυνομία» του ισραηλινού στρατού, με πρόσχημα τις έρευνες για τον εντοπισμό δραστών επιθέσεων κατά ισραηλινών;

Και πού βρίσκονταν στις 18-8-2022, όταν ισραηλινοί στρατιωτικοί σκότωναν έναν 18χρονο Παλαιστίνιο και τραυμάτιζαν άλλους 30 στην κατεχόμενη πόλη Νάμπλους της Δυτικής Όχθης;

Και πού βρίσκονταν στις 9-8-2022, όταν στη Ναμπλούς, στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, ο ισραηλινός στρατός εξαπέλυε επιδρομή και δολοφονούσε στέλεχος  αντικατοχικής παλαιστινιακής οργάνωσης κι ακόμα έναν μαχητή, τραυματίζοντας επίσης 40 Παλαιστίνιους στη διάρκεια συγκρούσεων που συνδέονταν με την ισραηλινή επιχείρηση;

Και πού βρίσκονταν στις 5-8-2022, όταν ο ισραηλινός στρατός βομβάρδιζε τη λωρίδα της  Γάζας, στη  Χαν Γιούνις  και την πόλη της Γάζας, σκοτώνοντας 8 (ανάμεσά τους ένα παιδί) και τραυματίζοντας 40;

Και πού βρίσκονταν στις 24-7-2022, όταν σε σύγκρουση που ακολούθησε έφοδο των κατοχικών δυνάμεων μαζί με την «αντιτρομοκρατική» ομάδα Γιαμάμ, σκοτώνονταν δύο Παλαιστίνιοι μαχητές, και άλλοι έξι τραυματίζονταν;

Και πού βρίσκονταν στις 29-6-2022, όταν Ισραηλινοί στρατιώτες πυροβολούσαν και σκότωναν έναν Παλαιστίνιο στη διάρκεια ισραηλινής επιδρομής στην Τζενίν της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης;

Και πού βρίσκονταν στις 2-6-2022, όταν ένας 29χρονος Παλαιστίνιος σκοτωνόταν από τις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας στον καταυλισμό προσφύγων Ντεχέισα κοντά στη Βηθλεέμ της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, και όταν την προηγούμενη μέρα, κοντά στον προσφυγικό καταυλισμό Αλ Αρούντ νοτίως της Βηθλεέμ στη Δυτική Οχθη, δολοφονούνταν από ισραηλινά πυρά μια 31χρονη Παλαιστίνια δημοσιογράφος, που είχε πρόσφατα εκτίσει ολιγόμηνη φυλάκιση σε ισραηλινές φυλακές, και όταν το προηγούμενο βράδυ στο Γιαμπάντ, ένα χωριό κοντά στη Τζενίν, είχε από ισραηλινές σφαίρες σκοτωθεί άλλος ένας, στη διάρκεια επιχείρησης του ισραηλινού στρατού για την κατεδάφιση του σπιτιού της οικογένειας ενός παλαιστίνιου, που κατηγορούνταν ότι  δυο μήνες πριν είχε ανοίξει πυρ σκοτώνοντας 5 άτομα σε προάστιο του Τελ Αβίβ, προτού πέσει νεκρός από τα πυρά των ισραηλινών;

Και πού βρίσκονταν στις 12-5-2022, όταν η ισραηλινή κυβέρνηση ενέκρινε ενέκρινε την ανέγερση σχεδόν 4.500 κατοικιών σε εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, στο παλαιστινιακό έδαφος που είναι κατεχόμενο από το 1967, και όπου σε πληθυσμό 2,9 εκατομμύρια Παλαιστινίων έχουν βίαια εγκατασταθεί και αρπάξει τη γη τους 475.000 Ισραηλινοί έποικοι, με την ισραηλινή υπουργό εσωτερικών να χαρακτηρίζει το γεγονός «μέρα γιορτής για το κίνημα του εποικισμού»;

Και πού βρίσκονταν στις 11-5-2022, όταν Ισραηλινός στρατιώτης πυροβολούσε τη δημοσιογράφο του «Al Jazeera», Σιρίν Αμπού Άκλεχ, σε μια στοχευμένη δολοφονία, την ώρα που κάλυπτε μια επιδρομή του ισραηλινού στρατού στον καταυλισμό προσφύγων της Τζενίν, στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη;

Και πού βρίσκονταν στις 30-4-2022, όταν 20χρονος Παλαιστίνιος έπεφτε νεκρός από ισραηλινά πυρά στη διάρκεια συγκρούσεων με ισραηλινούς στρατιώτες στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, αφού πυροβολήθηκε στον θώρακα κατά τη διάρκεια επιχείρησης του ισραηλινού στρατού στην κοινότητα Αζούν;

Και πού βρίσκονταν στις 26-4-2022, όταν ένας επίσης 20χρονος Παλαιστίνιος δολοφονούνταν με μια σφαίρα στο κεφάλι, στον καταυλισμό προσφύγων Ακαμπάτ Τζαμπέρ κοντά στην παλαιστινιακή πόλη Ιεριχώ και δύο ακόμη Παλαιστίνιοι τραυματίζονταν από σφαίρες όταν οι ισραηλινές δυνάμεις εισέβαλαν στον καταυλισμό στη διάρκεια της νύκτας;

Και πού βρίσκονταν στις 13-4-2022, όταν, κατά την 5η ημέρα ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στα παλαιστινιακά εδάφη, ένας 34χρονος Παλαιστίνιος έπεφτε νεκρός από σφαίρα στο στήθος στη διάρκεια επίθεσης των κατοχικών δυνάμεων στην πόλη Ναμπλούς, και όταν ακόμη 31 άνθρωποι τραυματίζονταν στη Ναμπλούς και στο γειτονικό χωριό Μπέιτα, εκ των οποίων οι 10 από πραγματικές σφαίρες;

Και πού βρίσκονταν στις 11-4-2022, όταν οι ισραηλινές κατοχικές δυνάμεις απέκλειαν την πρόσβαση στη Τζενίν, με τον εκπρόσωπο των ένοπλων οργανώσεων του καταυλισμού να δηλώνει ότι ο καταυλισμός βρίσκεται «σε κατάσταση συναγερμού» και να καλεί τους τοπικούς μαχητές «σε γενική επιστράτευση» προκειμένου «να αντιμετωπίσουν μια εισβολή» των ισραηλινών δυνάμεων, και όταν η ισραηλινή κυβέρνηση ενέκρινε μια επένδυση ύψους 360 εκ. σέκελ (περισσότερα από 100 εκ. ευρώ) για την επέκταση κατά 40 χιλιόμετρα του φράκτη «ασφαλείας» που χωρίζει το Ισραήλ από τα Παλαιστινιακά Εδάφη;

Και πού βρίσκονταν στις 10-4-2022, όταν μία 45χρονη Παλαιστίνια, χήρα και μητέρα έξι παιδιών, υπέκυπτε στα τραύματά της από πυρά Ισραηλινών στρατιωτών στο νότιο τμήμα της Δυτικής Οχθης, στην πόλη Χουσάν;

Και πού βρίσκονταν στις 15-3-2022, όταν,  στη διάρκεια επιχείρησης του ισραηλινού στρατού στον καταυλισμό προσφύγων Μπαλάτα, κοντά στη Ναμπλούς, στο βόρειο τμήμα της Δυτικής Όχθης, ένας Παλαιστίνιος έφηβος, 16 ετών, τραυματιζόταν θανάσιμα από πολλές σφαίρες στο κεφάλι, το στήθος και το χέρι, την ώρα που οι ισραηλινές δυνάμεις αποχωρούσαν από τον καταυλισμό προσφύγων, αφού είχαν συλλάβει «έναν Παλαιστίνιο που καταζητείται στο Ισραήλ για τρομοκρατικές ενέργειες», ενώ τρεις ακόμη Παλαιστίνιοι τραυματίες σε αυτό το περιστατικό νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο, με τον έναν σε σοβαρή κατάσταση, και όταν ένας ακόμα, 20χρονος Παλαιστίνιος  στον καταυλισμό προσφύγων Καλάντια, μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Ραμάλα, σκοτωνόταν από σφαίρα στο κεφάλι και άλλοι έξι τραυματίζονταν;

Και πού βρίσκονταν στις 2-3-2022, όταν Ισραηλινοί στρατιώτες επιτίθενταν σε παιδιά στην Πύλη της Δαμασκού στην Ιερουσαλήμ, στη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας και των Παλαιστινίων που γιόρταζαν μια μουσουλμανική γιορτή, με μια μικρή Παλαιστίνια να μεταφέρεται εσπευσμένα στο νοσοκομείο αφού η ισραηλινή αστυνομία την στόχευσε με βομβίδα κρότου,  ένα 12χρονο κορίτσι να ξυλοκοπείται από τις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας, και όταν δεκάδες μαθητές υφίσταντο ασφυξία, καθώς Ισραηλινοί στρατιώτες πέταξαν δακρυγόνα στο σχολείο τους στο χωριό Τελ, νοτιοδυτικά της πόλης Ναμπλούς στη βόρεια Δυτική Όχθη, με καταγγελίες για τακτική στοχοποίηση των μαθητών, όταν σχολάνε, από τους στρατιώτες που σταθμεύουν σε γειτονική στο χωρίο στρατιωτική σκοπιά;  

Και πού βρίσκονταν στις 1-3-2022, όταν ο ισραηλινός στρατός άνοιγε πυρ στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν, σκοτώνοντας έναν κάτοικο του καταυλισμού, πρώην φυλακισμένο στο Ισραήλ, και τραυματίζοντας δεύτερο άνδρα βαριά με σφαίρες στο κεφάλι;

Και πού βρίσκονταν στις 14-2-2022, όταν κατά τη διάρκεια ανταλλαγών πυρών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, τραυματίστηκαν 10 και σκοτώθηκε ένας Παλαιστίνιος από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, καθώς ετοιμάζονταν να προχωρήσουν στην κατεδάφιση του σπιτιού προσώπου που κατηγορούνταν για τον φόνο Ισραηλινού, και όταν στην Ανατολική Ιερουσαλήμ 14 Παλαιστίνιοι, ανάμεσά τους ένα παιδί, τραυματίζονταν σε συγκρούσεις, κατά τις οποίες η ισραηλινή αστυνομία χρησιμοποίησε αντλίες νερού και σφαίρες από καουτσούκ για να διαλύσει τους διαδηλωτές μετά την επίσκεψη Ισραηλινού ακροδεξιού βουλευτή που αναζωπύρωνε τις εντάσεις;

Και πού βρίσκονταν στις 19-1-2022, όταν έπειτα από πολλαπλές απόπειρες, η ισραηλινή αστυνομία εντέλει κατεδάφιζε ακόμα ένα σπίτι παλαιστινιακής οικογένειας στη συνοικία Σέιχ Τζάρα, στην ανατολική Ιερουσαλήμ;

Και πού βρίσκονταν στις 12-1-2022, όταν,  έπειτα από συγκρούσεις που ξέσπασαν μεταξύ φοιτητών του πανεπιστημίου Μπιρζέιτ, κοντά στη Ραμάλα, και Ισραηλινών στρατιωτών, Ισραηλινοί στρατιώτες έστηναν μπλόκο στο κέντρο του χωριού Τζιλτζιλίγια, βόρεια της Ραμάλα, σταματούσαν αυτοκίνητα στη μέση του χωριού, συλλάμβαναν τους επιβάτες και τους έβαζαν χειροπέδε, συλλαμβάνοντας ανάμεσά  τους και έναν 80χρονο που επέστρεφε σπίτι του αφού είχε επισκεφθεί συγγενείς του, βάζοντάς του  χειροπέδες, χτυπώντας τον και εγκαταλείποντάς τον σε μια οικοδομή, για να βρεθεί νεκρός το άλλο πρωί;

***

Πού βρίσκονταν τότε; Ρητορικό το ερώτημα. Βρίσκονταν εδώ που βρίσκονται και τώρα: Συνένοχοι στο έγκλημα, συνένοχοι στη σφαγή του παλαιστινιακού λαού, μετρώντας τα ποσοστά του κέρδους τους από την κάθε σταγόνα του αίματός του.


Σιδηρόδρομος «κρατικός ή ιδιωτικός»; (*)

Από τη σκοπιά της στρατηγικής των μονοπωλίων και των πολιτικών τους υπαλλήλων η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Σιδηρόδρομος καμπουρογαμόσαυρος  ή – με πιο ευπρεπή ορολογία – σιδηρόδρομος τραγέλαφος. Τα κομμάτια που απαιτούν δαπάνες κρατικά, για να φορτώνονται οι δαπάνες στο λαό, και τα κομμάτια που εισπράττουν ιδιωτικά. Σιδηρόδρομος κομμάτια. Κρατικές ράγες στην τροχιά της υποχρηματοδότησης, για να τσουλάνε πάνω τους τα ταμεία των επιχειρηματικών ομίλων παρασέρνοντας στη διάβα τους εργατικά δικαιώματα κι ανθρώπινες ζωές [*].

Από τη σκοπιά των λαϊκών αναγκών η απάντηση, η σημερινή, η τωρινή απάντηση είναι: σιδηρόδρομος που να εξυπηρετεί με επάρκεια τις συνολικές ανάγκες στη μετακίνηση και τις μεταφορές, με φθηνό εισιτήριο και δωρεάν παροχές, στελεχωμένος με όλο το απαραίτητο προσωπικό, με ανθρώπινες σταθερές εργασιακές σχέσεις, με τήρηση των προδιαγραφών ασφάλειας για εργαζόμενους, επιβάτες και διερχόμενους, με  σύγχρονες συντηρημένες υποδομές και υλικό, με ποιοτικές υπηρεσίες για όλους.

Ένας τέτοιος σιδηρόδρομος δεν μπορεί να υποτάσσεται στους νόμους του κέρδους, δεν μπορεί να είναι ιδιωτικός, μπορεί να είναι μόνο κρατικός, κι ακόμα παραπέρα προϋποθέτει ένα κράτος ταγμένο στην υπηρέτηση των εργατικών – λαϊκών αναγκών, προϋποθέτει δηλαδή την ανατροπή της δικτατορίας των μονοπωλίων και την οικοδόμηση της εργατικής – λαϊκής εξουσίας.

Και αντίστροφα η ίδια αυτή ανατροπή προϋποθέτει σήμερα, τώρα, τη διεκδίκηση απέναντι σ’ αυτό το εχθρικό αντιλαϊκό κράτος, όλων όσων απαιτούνται για την ικανοποίηση των άμεσων, των ζωτικών, των σημερινών, των τωρινών λαϊκών αναγκών, που βέβαια δεν αφορούν μόνο  τον σιδηρόδρομο και τις μεταφορές, αλλά εκτείνονται σε όλη την έκταση της ζωής του λαού: στην ενέργεια, στην κατοικία, στην υγεία, στην παιδεία, στη δουλειά, στους μισθούς και στα εισοδήματα, στον ελεύθερο χρόνο, στον πολιτισμό, παντού.

Διεκδικώντας όλα όσα, σήμερα κιόλας, μας είναι αναγκαία, έτσι μπορούμε να ανοίξουμε το δρόμο για την πραγμάτωση της κάθε τους προϋπόθεσης.

————————————–

[*] [προσθήκη 11-3-2023:] Απολύτως σχετικό και το ακόλουθο παράθεμα: Η περίφημη πλέον Ευρωπαϊκή Οδηγία 2012/34 για τη δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, αναφέρει ρητά: «Η διαχείριση των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται στις εμπορικές εταιρείες ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους» (Άρθρο 5, παρ.1) με σκοπό «…τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του σιδηροδρομικού δικτύου ώστε να ενταχθεί σε μια ανταγωνιστική αγορά» (προοίμιο [3]).

***

(*) Η ανάρτηση είναι αναδημοσίευση παλιότερης ανάρτησης του μπλογκ, στις 8-3-2023, λόγω της κάποιας επικαιρότητας του θέματος στην πολιτική αντιπαράθεση. Στην παράγραφο για τη διεκδίκηση όσων απαιτούνται για την ικανοποίηση των τωρινών λαϊκών αναγκών μπορεί και πρέπει να προστεθεί η πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, ενάντια στην κυβερνητική στήριξη της γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού από το ισραηλινό κατοχικό κράτος-δολοφόνο.


Με αφορμή την τραμπούκικη επίθεση της ομάδας αγνώστων στη Νομική: Νέα Σμύρνη 2021

Ως επίθεση «φασιστοειδών αντίφα» χαρακτηρίστηκε εκ μέρους των παθόντων η χθεσινή τραμπούκικη επίθεση ομάδας αγνώστων κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της ΔΑΠ στη Νομική Αθήνας.

Από την πλευρά μου δεν μπορώ βέβαια να γνωρίζω τον «αυτοπροσδιορισμό» των αγνώστων που εκτέλεσαν τη συγκεκριμένη καταδρομική επιχείρηση. Επ’ αυτού ενδεχομένως ακολουθήσει κάποια μελλοντική «προκήρυξη ανάληψης της ευθύνης», -τίποτα πιο εύκολο-, με την οποία θα γνωστοποιείται και ο σχετικός «αυτοπροσδιορισμός».

Το θέμα όμως είναι, ότι όταν έχει να κάνει κανείς με ένα κράτος αδίστακτο, -φυσικά οι παθόντες της επίθεσης, δεν θεωρούν τέτοιο το κράτος-, ένα κράτος που περικλείνει μέσα του ένα σύμπλεγμα μηχανισμών, υπηρεσιών και παραϋπηρεσιών που με τη σειρά τους συνδέονται με μια ολόκληρη ιεραρχία ΝΑΤΟϊκών και άλλων διμερών «συνεργασιών» στον τομέα της «ασφάλειας», τότε καλό είναι να κρατά κανείς τουλάχιστον μια επιφύλαξη προτού βγάλει τα συμπεράσματά του για το ποιος είναι τι, καθώς και για το τι και το πώς της κάθε περίστασης.

Από αυτή λοιπόν την άποψη, από αυτή την αφετηρία, και με αφορμή τη χθεσινή επίθεση της ομάδας αγνώστων, μου ήρθαν ξανά στον νου τα «επεισόδια» που είχαν λάβει χώρα στη Νέα Σμύρνη στις 9-3-2021, τα οποία είχαν ως αφορμή την επίσης καταδρομική «αρπαγή» ενός οργάνου της «ομάδας ΔΕΛΤΑ», και οι απορίες που μου είχε τότε προκαλέσει το οπτικό υλικό, το οποίο είχε «παίξει» στα μμε εκείνες τις μέρες…

Οι απορίες αυτές απεικονίζονται συμπυκνωμένες στο παραπάνω φωτογραφικό στιγμιότυπο.

α) Σε 10 δίκυκλα (με δυο επιβαίνοντες ανά δίκυκλο) της «ομάδας ΔΕΛΤΑ» δίνεται, προφανώς, εντολή να κατευθυνθούν στην πλατεία, όπου ήδη βρίσκεται ένα «απρόβλεπτο» πλήθος, και να σταθμεύσουν στη γωνία (αριστερά του φωτογραφικού κάδρου). Πρώτη απορία, χωρίς ακόμα να μπαίνω σε «δεύτερες» σκέψεις: Αν τυχόν τα όργανα της «ΔΕΛΤΑ», με δεδομένο τον «ερεθισμό» από όσα είχαν προηγηθεί δυο μέρες πριν, δέχονταν ομαδική επίθεση, ποιο μέσο άμυνας θα είχαν να αντιτάξουν; Ουσιαστικά, μόνο τα περίστροφά τους. Τι σκοπιμότητα, λοιπόν, μπορεί να υπηρετεί μια εντολή που εξ αντικειμένου εκθέτει τα αστυνομικά όργανα σε κίνδυνο, υπό όρους που καθιστούν πιθανή την οπλοχρησία εκ μέρους τους με τις όποιες σοβαρότατες συνέπειες θα μπορούσε να έχει αυτό;

β) Το φωτογραφικό στιγμιότυπο εικονίζει τη στιγμή της εισόδου των 10 δικύκλων της «ομάδας ΔΕΛΤΑ» στον χώρο. Τα 4 δίκυκλα έχουν μόλις βγει από την αριστερή πλευρά του καρέ, και τα υπόλοιπα 6 εικονιζόμενα ακολουθούν, προκειμένου όλα -και τα δέκα- να σταθμεύσουν στη γωνία. Και ενώ ακόμα καλά-καλά δεν έχουν μπει στην πλατεία, ενώ ακόμα δεν έχει διαλυθεί το προπέτασμα του καπνού από τις δυο «κρότου-λάμψης» που έριξαν, την ίδια στιγμή πίσω από τους καπνούς το άγνωστο άτομο που πρόκειται να «αρπάξει» τον αστυνομικό από το μηχανάκι, βρίσκεται ήδη στην εκκίνηση της διαδρομής του προς την απέναντι γωνία, συγχρονιζόμενο με την κίνηση των δικύκλων, τα οποία δεν έχουν ακόμα φτάσει εκεί. Απορία δεύτερη, λοιπόν: Πώς μπορεί το άγνωστο άτομο να γνωρίζει «από πριν» το σημείο όπου θα κατευθυνθούν και θα σταθμεύσουν τα δίκυκλα της «ΔΕΛΤΑ», και να «παίρνει φόρα» ενώ αυτά βρίσκονται ακόμα εν κινήσει προς το σημείο στάθμευσης; Πώς μπορεί να συμβεί αυτό χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ κρατικών κέντρων, που επιδιώκουν ένα ορισμένο επιχειρησιακό και πολιτικό αποτέλεσμα;

Και όσον αφορά το «πολιτικό αποτέλεσμα», μπορεί κανείς να πάρει γι’ αυτό μια ιδέα, εκτός των άλλων, από την κοινοβουλευτική διαχείριση των γεγονότων εκ μέρους του τότε και νυν υπουργού «προστασίας του πολίτη» Χρυσοχοΐδη, η οποία αποτυπώνεται και σε μια -επίκαιρη τότε- ανάρτηση (κλικ εδώ).

Όσον αφορά, επίσης, το επιχειρησιακό αποτέλεσμα, επ’ αυτού ας δοθεί στις παραπάνω απορίες μια απάντηση από όσους είναι «αρμόδιοι» για παρόμοια ερωτήματα και παρόμοιες απαντήσεις… Όπου φυσικά και δεν αποτελεί απάντηση, -αντίθετα, πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα-, η κατοπινή σύλληψη και επτάμηνη φυλάκιση, με την κατηγορία του δράστη της «αρπαγής», ενός καταφανώς (ακόμα και σαν σωματότυπου) άσχετου ατόμου, γεγονός για το οποίο επίσης γινόταν λόγος σε τοτινή ανάρτηση (κλικ εδώ)…

Εν πάση περιπτώσει, για όποιον θέλει να δει τα γεγονότα «εν κινήσει», το παραπάνω φωτογραφικό στιγμιότυπο προέρχεται από το 43΄΄ του βίντεο που ακολουθεί.

Όσο για τους πολιτικους στόχους που υπηρετούνται από το χθεσινό περιστατικό, αυτοί μπορούν να σκιαγραφηθούν στο φόντο της πολύχρονης «λυσσαλέας» κυβερνητικής επιδίωξης, -η οποία με διαρκή συνεπή αγώνα αποκρούεται από το οργανωμένο φοιτητικό κίνημα-, να περιζώσει τους πανεπιστημιακούς χώρους με έναν αστυνομικό κατασταλτικό κλοιό, προκειμένου απρόσκοπτα να προχωρήσει η υποβάθμιση, η ιδιωτικοποίηση, η εμπορευματοποίηση των σπουδών, η υπαγωγή των πανεπιστημίων στην κερδοφορία των πολυεθνικών και στους ΝΑΤΟϊκούς και λοιπούς «συμμαχικούς» πολεμικούς σχεδιασμούς, προκειμένου να αποτραπεί η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική στο σύνολό της.

Κι αυτοί οι στόχοι υπηρετούνται αντικειμενικά και ανεξάρτητα από «αυτοπροσδιορισμούς» αυτών που υλοποιούν παρόμοιες μεθοδεύσεις. Διαφορετικό θέμα το ότι ούτε οι τέτοιες μεθοδεύσεις είναι ικανές να εξσφαλίσουν την υλοποίησή των στόχων τους…

Οι οποίες μεθοδεύσεις αποτελούν και το κύριο θέμα αυτής της ανάρτησης με τις «απορίες» που προαναφέρθηκαν, τόσο απέναντι στους μηχανισμούς που τις αξιοποιούν, αλλά και που είναι ικανοί να τις οργανώνουν και να τις «επιχειρούν», όσο και απέναντι σε ποικίλες όψεις της απολογητικής που τους «εξαγνίζει» από αυτή τη δραστηριότητα.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για «απορίες» που απαιτούν πειστική απάντηση και, εφόσον αυτή παραλείπεται, ενδεχομένως επανέλθουμε σε αυτές.


Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε