Όχι, δεν τραβήξαμε κουπί (για Σαλαμίνα)

Ό,τι φαίνεται στην πρώτη φωτο αντιπροσωπεύει την πύλη για τον παράδεισο, όχι απλά για την Ε8. Γιατί εδώ και παραπάνω από ένα χρόνο δεν ταξίδεψα σε θάλασσα, δεν ταξίδεψα γενικά. Παρά κατέβαινα με όλους τους καιρούς στο λιμάνι. Να χαζεύω τα πλοία, να τα φωτογραφίζω, να ακούω την ανέλκυση της αλυσίδας με την άγκυρα, να κουλουριάζομαι μαζί με τα σκοινιά σαν φίδι, να λύνομαι μαζί με κόμπους και να χτυπιέμαι σαν κουπί – ποιητική αδεία, μόνο.

Και να μιλάω με τους γλάρους, να ακούω τις καμπάνες στις γιορτές να σημαίνουν ώρες, προάγγελους θανάτου ψυχικού.

Έμενα στο λιμάνι, καθόμουνα στους πάγκους με τους ταξιδιώτες, και δεν έφευγα.

Στεριά στεριά, και ράγες ράγες επέστρεφα στη βάση μου γεμάτη υποσχέσεις για διορίες επόμενες που έδινα στον εαυτό μου: Θα φύγεις έλεγα ακόμα και χωρίς αέρα.

Μέχρι που διάβηκα επιτέλους, υποβοηθούμενη από αγνώστους, το κενό. Όχι ανάμεσα συρμού και αποβάθρας αλλά προβλήτας και του σκάφους. Έπαψε νάναι πρόβλημα η προβλήτα, έγινε εφαλτήριο για τη μικρή απόδραση. Μικρή για τον καθένα, τεράστια για μένα. Δεν είναι ένα φεγγάρι το ξεχασμένο φωτεινό μας πρόσωπο, είναι και η άλλη όψη απ΄το ωραίο άγνωστο. Και η λαχτάρα για φυγή.

Με ξεναγό έναν ατρόμητο με τ΄όνομα Αριστοτέλης, που έμοιαζε όμως πιο πολύ με κάπταιν Χουκ με τη μπαντάνα του, τα γένια και τα μαύρα ρούχα, ακούσαμε να διηγείται τις ιστορίες μίας ναυμαχίας και μιας πόλης, πολλών αρχαίων πόλεων αιώνες πριν να ενωθούν με όνομα κοινό, Ελλάδα. Νοιώσαμε το τραμπάλισμα μίας τριήρους και λικνιστήκαμε επάνω στο κατάστρωμα του πλοιαρίου ονόματι “Γεώργιος Μπρούφας”, με τα παλιά καλοσυντηρημένα μέρη, το άνοιγμα για έμπα έβγα στο κατάστρωμα. Και κάναμε μια ενάλια βόλτα μες την ιστορία και τα διηγήματα δίπλα στο κύμα, και στον αέρα που φύσαγε ανάμεσα από Πέραμα και Κερατσίνι, τη φρεγάτα Κίμων, το τελευταίο σκάφος τύπου Λίμπερτυ, τους γερανούς της Κόσκο, τα κοντένειρ τις τσιμεντένιες πλέον ράχες του Αιγάλεω.
Και έναν Ξέρξη να μας κοιτάει από ψηλά . Υπήρξε δεν υπήρξε, αδιάφορο.

Οι γέφυρες της ιστορίας όπως τα ξύλινα της τείχη
χτίζονται χωρίς θυσίες στα θεμέλια

η θάλασσα δεν ζήτησε σφαγμένους πετεινούς
για να ενώσει

έχει γοργόνες που κάνουν αναπάντητες
ουρές που λαμπυρίζουνε σαν φάροι


Ημερήσια ξενάγηση, λεκτική αναπαράσταση της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, οργανωμένη από την Action Plus
και όχι, δεν τραβήξαμε κουπί!

Via: Πελαγία Κυριαζή, η ταινία

Αναδημοσιεύεται από: https://www.fractalart.gr/via-pelagia-kyriazi-i-tainia/

Ωραία συγκυρία η προβολή του φιλμ “Via: Πελαγία Κυριαζή” στη Ταινιοθήκη, την μέρα που γιορτάζεται η ποίηση διεθνώς. Γιατί και ποίηση αποπνέει η ζωγραφική της και ό,τι απεικονίζει διαθέτει και εύρος και βάθος ικανό για διεθνή απήχηση.

Στην οθόνη είδαμε τα σημεία, γεωγραφικά και άλλα, πιο εσωτερικά, όπως η ίδια τα συνδέει. Το φιλμ δεν επικεντρώθηκε όπως συνηθίζεται σε κάποια γραμμική αυτοβιογραφική αφήγηση. Γνωρίζουμε όσοι παρακολουθούμε την ζωγράφο και την καταγωγή της απ΄ τη Μυτιλήνη και την μακρά και γόνιμη παραμονή της στην Νέα Υόρκη -που την κατατάσσει στον Ελληνισμό της Διασποράς. Το ομώνυμο ίδρυμα άλλωστε επιμελήθηκε και την παραγωγή, μέσο κατάλληλο για να διαδοθεί η πορεία και το αποτύπωμα πέρα απ΄τα περιορισμένα τοπικά και χρονικά όρια που παρέχουν οι εκθέσεις.

Η αφήγηση ξεκίνησε από τη δήλωση της δημιουργού σχετικά με το διάχυτο πένθος που ενδεχομένως να μην σχετίζεται μονάχα με τις φυσικές απώλειες. Πιστεύω ότι αυτό το μοτίβο καθορίζει επαναλαμβανόμενο πολλές από τις διαδοχικές εκφράσεις στο σύνολο του έργου. Είναι ορατή και ευδιάκριτη η προσπάθεια, ιδανική και ασαφής, όπως περίπου συμβαίνει και στα όνειρα. Παρόμοια με τα αγάλματα νεκροταφείων: Στη πρώτη περίπτωση, τα σώματα, τα μητρικά, των τέκνων, να διατηρούνται, πέρα από τον προσωρινό οραματισμό. Στην άλλη να αναπαριστούν με αφορμή το σμιλεμένο αλλά ψυχρό μάρμαρο, τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς ενώ το αγαπημένο πρόσωπο έχει παγώσει μια για πάντα.

Αλλά και φθορά και η αντίσταση σε αυτήν, ένα ακόμα θέμα. Κτίσματα που βρίσκονται σε παρακμή, παρατημένα. Σώματα σε συμπλέγματα, μέλη που κινούνται και συναντώνται ερωτικά ή σιαμαία ανεξάρτητα από τα κεφάλια που τα κουμαντάρουν. Πρόσωπα μάσκες. Και ένα άγχος υπαρξιακό που βρίσκει τη διέξοδο του σε μια εικόνα που έχει όλη τη δυναμική του ώριμου πια πένθους να μεταστοιχειωθεί: το εντελώς ανόθευτο κυανό της νύχτας – νομίζω θερινής – που οι αγαπημένοι φεύγουν για έναν χώρο άγνωστο αλλά παράδοξα υπαρκτό· το σύνορο του ονείρου το ανύπαρκτο.

Προσωπικά το ακατέργαστο που αναδύεται από το υποσυνείδητο δεν διαθέτω το αλφάβητο να το “διαβάσω” – η γλώσσα που εκφράζομαι για τα ίδια θέματα τυχαίνει να είναι άλλη. Στο φιλμ όμως που διατίθεται ξανά στο διαδίκτυο, η Πελαγία Κυριαζή θα μιλήσει, χωρίς κανέναν κακοήθη ναρκισσισμό, για τον εαυτό της αποκλειστικά σε σχέση με το έργο της, τα υλικά της και τον τρόπο εργασίας της. Διαφαίνεται η τελειοθηρία, η αυτοκριτική, και μια διαδικασία επαναθεώρησης. Κάποια στιγμή ωστόσο τα επί μέρους συναντώνται, οι άκρες της ενώνονται: Η Πελαγία Κυριαζή αλλάζει πίστα.

Την είδαμε “και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως”* να σχεδιάζει όχι μόνο ό,τι άπτεται των πέντε αισθήσεων, αλλά αδιαμεσολάβητα από τα μέσα της ψυχής. Όταν η καλλιτέχνις κινείται και ελευθερώνεται μπροστά στο φωτεινό της θάλασσας, του ουρανού τον θόλο . Να σχεδιάζει και ταυτόχρονα να χρωματίζει, να σβήνει -όχι να διαγράφει – για να φέρει την εικόνα εκεί που την πηγαίνει. Να συνδιαλέγεται με τα υλικά, από τα πιο σκληρά γυαλόχαρτα κι από τις ασπρόμαυρες αποχρώσεις στα εύπλαστα παστέλ σε μια χρωματιστή διαφάνεια που μου θυμίζει τον Παρθένη.

Από την εμπειρία της προβολής, διατηρώ επιφυλάξεις σε σχέση με απόψεις που διατυπώθηκαν περί δυσδιάκρισης λόγω φύλου. Γνωρίζοντας την πορεία της ζωγράφου και την πολιτεία της, πιστεύω ότι ο καιρός ωρίμασε ώστε το έργο της να αναδειχθεί εκ των έσω έξωθεν με τη συνδρομή μιας κοινότητας με διαφορετικά -και δίκαια – κριτήρια.

Άλλωστε από το στόμα ενός άνδρα και έγκριτου τεχνοκριτικού βγήκαν τα λόγια όταν αυτός σχολίασε και την ταινία και το έργο ως “την πλέον αξιόλογη ζωγράφο της χώρας”. Για να εκφραστώ λοιπόν κι εγώ σε γλώσσα για να αντηχήσει στις χώρες της διαποράς: Μake art not war!

©Μαρία Ιωαννίδου

* Ανδρέα Κάλβου Ωδή Τρίτη Εις Θάνατον

κ΄

Υιέ μου πνέουσαν μ’ είδες·/ο ήλιος κυκλοδίωκτος/ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε /και με φως και με θάνατον/ακαταπαύστως.

Αταξινόμητος και διαχρονικός

Ταυρομαχία στο Σαρωνικό

Τυχαίνει ένα καλοκαιρινό απόγεμα να ταξιδεύω για παραλία κοντινή με πούλμαν. Το όχημα είναι γεμάτο με πολλές γυναίκες που έχουν ξεκινήσει από τη γειτονιά του Ταύρου, όχι πολύ μακριά από το κέντρο της Αθήνας.

Πρώτη εντύπωση με την είσοδό μου στο αυτοκίνητο κάτι γριούλες που μοιάζει να προέρχονται από το αλφαβητάριο του 1960. Χωρίς τσεμπέρια μεν, αλλά με τα εγκάρδια χαμόγελα που με καλωσορίζουν – όπως ταιριάζει στην ξενομερίτισσα που είμαι – “Καλώστο το κορίτσι, πέρνα, κάτσε”, να αποκαλύπτουν στόματα με πολύ λίγα δόντια.

Το νέο και άγνωστό μου σύμπαν θα ξεδιπλωθεί πληρέστερα άμα τη αφίξει στον παραλιακό προορισμό. Γυναίκες με στραβοκουμπωμένες ρόμπες, άνδρες με τα μπαστούνια τους, κάπως χαμένοι, σαν θίασος βγαλμένος από έργο άλλης εποχής. Γεννιέται η αφορμή να θυμηθώ μια ανάλογη εικόνα.

Ήτανε Κυριακή που ένας ξάδελφος μας μακρινός ξεκίνησε από τον Καρέα όπου ζούσε σε σπίτι με αυλή, πηγάδι και καμινέτο οινοπνεύματος για να μας συναντήσει κάπου κεντρικά που θα πηγαίναμε μαζί για μπάνιο. Θυμάμαι ακόμα νάρχεται στο ραντεβού κρατώντας χάρτινο χωνί σαν και αυτά που βάζουν μέσα ψάρια. Από εφημερίδα ήταν η συσκευασία και είχε μέσα το μαγιώ του!

Για να επανέρθω στη παρέα από τον Ταύρο, κατά την αναχώρηση από τη θάλασσα, ο οδηγός του πούλμαν λογομαχεί με έναν παρκαδόρο αυτόκλητο κι αυθαίρετο. Ο χώρος είναι δωρεάν και οι μανούβρες δύσκολες και παρ΄ολίγο να έρθουν και στα χέρια. Επικρατεί στο τέλος ηρεμία, και πλέον καθ΄οδον προς την Αθήνα μαζεύουμε από άλλες παραλίες κάποιες συνταξιδιώτισσες που είχαν κατέβει εκεί προηγουμένως. Μία από αυτές που κάθεται μαζί με μία φιλενάδα της πολύ κοντά μου, διερωτάται για τη καθυστέρηση και με ρωτάει λεπτομέρειες που αφηγούμαι ό,τι ξέρω και μπορώ.

Μα δεν αρκείται στην ομολογουμένως στεγνή περιγραφή μου. Σηκώνεται κι αρχίζει πάνω κάτω, κάτω πάνω, πηγαινοέρχεται στον οδηγό να μάθει κι άλλες, πιο εμπαθείς πληροφορίες. Ώσπου στο τέλος -αν και κοντή να λέμε την αλήθεια – ορθώνει το ανάστημά της μπρος μου, που ζαρωμένη παρακολουθώ το θέαμα μιας κίνησης μέσα στο ήδη κινούμενο λεωφορείο, κάτι σαν play within a play.

Με μαεστρία ισορροπεί στο ένα πόδι και βγάζοντας το τακουνάτο τσόκαρο, μου το κουνάει στη μούρη λέγοντας, “Κι εσύ, τί έκανες αλήθεια;” Ρητορικό βεβαίως το ερώτημα που σπεύδει να απαντήσει: “Δεν άρπαζες κι εσύ παντόφλα τα τρία να του τα κάνεις δύο;” “Καθόσουνα και έβλεπες;” “Αχ, και νάμουνα εγώ να σούλεγα για πότε..” Υπονοώντας ότι στο δευτερόλεπτο θα προέβαινε σε λογής λογής βιαιοπραγίες, ευνουχισμό και άλλα εκδικητικά στον άχρηστο τον παρκαδόρο που είχε αποτολμήσει να θίξει, να προσβάλει και να αντιδικήσει με τον δικό μας οδηγό.

Τα διηγήθηκα όλα αυτά ως πρόλογο για μια εντύπωσή μου από την πρόσφατη ανάγνωση και θέαση παράστασης του Τρίτου Στεφανιού. Όπου ανάλογοι διάλογοι μ΄αυτούς της Ταυρομάχου μου θύμισαν σκηνές που έχω ζήσει εκ του σύνεγγυς. Κι ανάλογες που αποτύπωσε ο μάστορας ο Κώστας ο Ταχτσής που απήλαυσα και ακόμα απολαμβάνω στο ομώνυμο βιβλίο.

Βέβαια όλα αυτά θα ήταν κοινότοπα κι αδιάφορα αν δεν τα είχα ζήσει και εγώ από μικρό παιδί. Μες την κουζίνα του σπιτιού, να γίνομαι θεάτρια ανάλογων σκηνών εξ ίσου βίαιων και λόγων αιχμηρών και – όχι με σκηνοθετική οδηγία αλλά αυθόρμητα εντελώς – να βλέπω, να ακούω και βροντές και αστραπές, ρίψεις κουταλοπήρουνων, ή και καπακίων κατσαρόλας ζεστών ακόμα απ΄τις φωτιές που έκαιγαν στα στήθη των οργισμένων γυναικών στο πατρικό μου σπίτι. Παίρνω ανάσα παίρνω και τη τελευταία τζούρα ακόμα από το τυπωμένο έργο του Ταχτσή και θα σας τα ξαναπώ.

Τα blues της παλιάς χρονιάς

Γαλανόσκυλος έρχεται

Στα βιβλιοπωλεία 19 Μαρτίου

Ένα βράδυ είμαι έτοιμη να κατεβάσω όλους τους διακόπτες πριν πάω για ύπνο. Μια τελευταία ματιά στο λάπτοπ για ένα μήνυμα σημαντικό, όχι και τόσο ευοίωνο. Αλλά η ζωή είναι ασπρόμαυρη. Και να, μια είδηση που αν και περιμένω από καιρό, είναι τόσο ευχάριστη που την επόμενη νομίζω ότι δεν ήταν και αληθινή.

Πόσο χαίρομαι όταν μια έκδοση βγαίνει στην αγορά “εκτός σεζόν”. Αντίθετα απ΄τη νοοτροπία που θέλει το αγαθό “βιβλίο” να συγχωνεύεται μαζί με τα λοιπά εμπορεύματα ως “δώρο”. Πόσο μ΄ ευχαριστεί όταν εικάζω ότι και ο συγγραφέας και ο οίκος δεν ποντάρουν στο παραπάνω χρήμα που κυκλοφορεί μες το Δεκέμβρη αλλά στην ομορφιά ενός κειμένου;

Όμορφο λέω το κείμενο που έχει ροή και νόημα βαθύ κι εικόνες που με τραβάν απ΄το μανίκι. Που περνάω με μανία από τη μια σελίδα στην επόμενη. Που όταν κλείνω το βιβλίο είμαι ακόμα μέσα στη πλοκή, στο ύφος, στους συλλογισμούς και στο συναίσθημα που αποπνέει το αφήγημα. Και ονομάζω όμορφες τις ιστορίες έναντι των παραληρημάτων, των γεγονότων έναντι των καταγγελιών, του χιούμορ που υποφώσκει πίσω από καταστάσεις της ζωής που θα μπορούσε νάναι ή έχει υπάρξει και δική μου: Μυθιστορήματα γραμμένα απολύτως σοβαρά για να μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο σοβαρά!

Ο τίτλος του βιβλίου που αναφέρομαι μου προκαλεί μειδίαμα μαζί και έκπληξη: “Γαλανόσκυλος”. Αναρωτιέμαι και κρυφογελάω σαν να ρωτάω παλιόφιλο! Τί να επιφυλάσσει πάλι ο πολυπράγμων ο Απόστολος ο Δοξιάδης; Σε ποια παπούτσια θα χωρέσει και πού θα ταξιδέψει; Με ποια προσωπικότητα θα ταυτιστεί; Τον γνώρισα επαναστάτη, κι ας ήταν και ερασιτέχνης, αφέθηκα στη πένα του και στη συνέχεια και πού δεν με ξενάγησε; Πρωτοχριστιανός και μύστης και χουντικός και δολοφόνος και σκακιστής και πειραματιστής της επιστήμης, σοφός με ιδέες καταδίωξης υπό επιτήρηση μητέρας κόρης ανορεκτικής! Και μ΄εναν στίχο από Έλιοτ αλλά και επιστήμη και πολιτική, φιλοσοφία και αρχαίο δράμα. Ηomo universalis με τα όλα του. Του αποδίδω εντελώς συνειδητά τον χαρακτηρισμό. Δεν είμαι η μόνη.

Πώς να μην περιμένω το νέο του βιβλίο; “Δοξολογώ” -να μηχανευτώ κι εγώ τον νεολογισμό μου – άνευ ευτελείας και τα λοιπά, τα γνωστά. Αλλά μεροληπτώ βαριά. Είναι η κοινή καταγωγή μας, της διασποράς και αστική και αέναα προβληματισμένη και αναλυτική, (εκτός από τα μαθηματικά που εξαιρούμαι) αλλά από αυτά μια βάση λογικής επαγωγής, και μια ερμηνεία του κόσμου, ψυχοδυναμική: Μιλάω με τον Δοξιάδη ίδια γλώσσα.

Το εργαλείο κατανόησης -πάντα ατελές, πάντα με ανοιχτά ερωτηματικά για περαιτέρω γνώση κι έρευνα – με βάσεις στέρεες, Ελληνικές, κοσμοπολίτικες, πολιτικές κι ενημερωμένες, με ρίζα και ένα πνεύμα που σε καλεί ο συγγραφέας να γίνει ο πνευματικός σου αδελφός, ο πιο μεγάλος που σε μυεί και τον ακούς με θαυμασμό κι εμπιστοσύνη.

Τον περιμένω τον γαλάζιο σκύλο του,“όπως οι άλλοι το Πάσχα”.

(Άλλο παράδοξο, πάντα με παραπέμπει σε στίχους του Σαββόπουλου, του άλλου φανταστικού μου συγγενή.) Ίσως ένας παραπάνω λόγος για αδημονία, γιατί κι αυτός μου λείπει με τα παραμύθια του με τα ποικίλα, πλήρη και αναπάντεχα του σύμβολα, τα πρόσωπα κι οράματα για ένα σύμπαν που διαστέλλεται και αποκαλύπτει μέσα στην Ελληνική ξενότητα, το πιο δικό μου, το ανατρεπτικό, το πιο οικείο.

Ο τελευταίος χορός

Παπανίκος εποίει

Όταν παραμονές γιορτών ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου τα χάλκινα, τα τύμπανα και οι ενήλικες ερμηνευτές καλάντων, τότε ήταν που άρχιζε η μαγεία κι η ανατριχίλα. Έρχονταν μέσα στο σκοτάδι και όπως σταματούσαν στις άλλες μονοκατοικίες τότε, αφού εμάς ήταν το νούμερο έντεκα, θα ακούγαμε τη μελωδία πέντε φορές ακόμα.

Θυμάμαι την προσμονή, τη θέα της αργοκίνητης μπάντας, και όταν έφταναν σ΄εμάς κι ανέβαιναν τα λίγα σκαλοπάτια από τον κήπο στη βεράντα πια, να είναι εκεί, για μας, το θαύμα των γιορτών να παιανίζει νότες και να λάμπει, να αντανακλάται πάνω στα μεταλλικά και γυαλιστερά πνευστά τους, να φτάνουν οι δονήσεις από τα κρουστά ως μέσα στα κορμιά μας.

΄Εχω μία αμυδρή ανάμνηση ότι για αυτή την ολιγόλεπτη επίσκεψη των άγνωστων μουσικών βάζαμε τα καλά μας. Ακούγαμε, κοιτάζαμε με έκσταση, με ρίγος. Περήφανος ο πάτερ φαμίλιας για τη χειρονομία αντάμειβε με χάρτινο μπαξίσι. Σε αντίθεση με τα παιδάκια που είχαν τηρήσει πρωτύτερα το έθιμο σε ώρες πρωινές. Η βιασύνη των γυναικών που ασχολούνταν με το νοικοκυριό, δεν θα χαλάλιζε παρά κάτι πολύ ψιλούτσικα νομίσματα ριγμένα πιο νωρίς μέσα το τάσι “για τα κάλαντα”.

Έχω μια ξώφαλτση εμπειρία από παρόμοια ακούσματα και κλίμα από επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη. Εικάζω ότι η πόλη αυτή σαν και την άλλη Πόλη και η παραμονή για κάποια χρόνια των πατρικών παππούδων μου στη Βουλγαρία μου έχει αφήσει έναν σπόρο μυστικό. Που μόνο με το άκουσμα ενός μονάχα μέτρου μουσικής κοινής προέλευσης, ανοίγει, ρουφάει με ένα shortcut -τσακ-, αυτόματα από τις ρίζες, το ύδωρ της καταγωγής. Αυτούς τους σπόρους που κουβαλάμε όλοι μέσα μας. Που δεν τους ξέρουμε γιατί ούτε μιλάνε ούτε τραγουδάνε, ούτε κι αισθήσεις άλλες έχουν.

Όπως δεν ξέρω με ποιο μηχανισμό, ποιο δρόμο, με πόσα σπίτια σιωπηλά να ανάβουν πρόσκαιρα τα φώτα, όταν ακούω μουσικές από τα ίδια υλικά κι από τους ίδιους τόπους, η διασπορά και η σπορά των πάντα ξένων στην Ελλάδα, πατάει μία γη δικιά της.

Σ΄αυτή τη γη που τη πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε
να μπούμε με χορό
και να κρατήσουν οι χοροί αγαπημένε μου Διονύση.

Ο κόκκινος καθηγητής

Ερασιτέχνης Επαναστάτης, Απόστολος Δοξιάδης

Τρίπτυχο ηλιοστάσιο (21/06/25)

Το διάφανο σύννεφο

που πετάει βουρκωμένο

μεγαλώνει τη νύχτα


Design a site like this with WordPress.com
Get started