Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Marlais Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Marlais Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Ντύλαν Τόμας, "Τρία ποιήματα"




ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡ∆ΙΑΣ


Κάποια αλλαγή στο κλίμα της καρδιάς,
την υγρασία γυρίζει ξηρασία· χρυσάφι
ανεμόδαρτο λυσσάει στον παγωμένο τάφο.
Κάποιος καιρός στην επικράτεια των φλεβών,
κρατάει τη νύχτα μέρα κι ανατέλλει
αιμορραγία το ζωντανό σκουλήκι.

Κάποια αλλαγή στο µάτι δείχνει
το σκελετό της τύφλωσης· κι η μήτρα
οδεύει προς το θάνατο, πηγάζοντας ζωή.

Κάποιο σκοτάδι στο κλίμα του ματιού αρχίζει
να μισοβλέπει· οργιές σωστές
η θάλασσα ξεχύνεται σε γη χωρίς γωνιές.
Ο σπόρος που έπεσε στο δάσος των λαγόνων,
κρατάει το μισό καρπό·
ο άλλος καταρρέει αργά τον ύπνο του ανέμου.

Κάποιος καιρός σε κόκαλα και σάρκα,
είναι υγρασία και ξηρασία· θνητοί-νεκροί
βγαίνουνε σαν φαντάσματα στο μάτι.

Κάποια αλλαγή στο κλίμα αυτού του κόσμου,
κάνει το φάντασμα στοιχειό· κάθε παιδί μητέρας
καθίζει στη διπλή σκιά του.
Κάποια αλλαγή ισχυρίζεται ήλιο στο ολόκληρο φεγγάρι,
κλείνει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του σαρκίου
και η καρδιά ξεχνάει τους νεκρούς της.





ΕΙ∆ΙΚΑ ΟΤΑΝ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ


Ειδικά όταν ο άνεμος του Οκτώβρη
µε δάχτυλα ξεπαγιασμένα μαστίζει τα μαλλιά µου,
πιασμένος στη δαγκάνα του ήλιου, ανάβω δρόμο
και αναπτύσσω ίσκιο κάβουρα στη γη.
Πουλιά χαλούν τον κόσμο στην ακτή,
βήχουν κοράκια στα παλούκια του χειμώνα,
κι ανάστατη η καρδιά µου τρομάζει τη λαλιά της,
χύνει το αίμα συλλαβών κι αποξηραίνει λέξεις.

Επιπρόσθετα, κλεισμένος σ’ έναν πύργο λεκτικό,
επισημαίνω, προς το βάθος του ορίζοντα, να φεύγουν
προτάσεις σαν βαθύσκιωτες γυναίκες φυλλωσιές,
σειρές ολόκληρες αστρόφραστα παιδιά στο πάρκο.
Κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω από φωνήεντες οξιές,
κάποιοι από δρύινες φωνές, µε ρίζες
ποικίλων όσων αγκαθιών να σε υπομνήσω,
κι άλλοι µε λόγια του νερού γυρεύουν να σε πλάσω.

Πίσω απ’ το βάζο µε τις φτέρες αιωρείται το εκκρεμές,
µου λέει τη λέξη απ’ ώρα, το μήνυμα του νεύρου
πετάει στης πλάκας την αιχμή, το πρωινό αναγγέλλει
στον κόκορα ποιος άνεμος φυσάει.
Κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω απ’ τα σημεία των αγρών·
σηματωρός χορτάρι, που µου δείχνει όσα γνωρίζω,
στο µάτι αποχωρίζεται χειμώνα και σκουλήκι.
Με τις ντροπές του κόρακα άλλοι γυρεύουν να σε πλάσω.

Ειδικά όταν ο άνεμος του Οκτώβρη
(κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω
απ’ του φθινόπωρου τα µάγια,
µε γλώσσα αράχνη, αντίλαλους λόφων Ουαλικών)
παραδέρνει τα χωράφια µε γροθιές-γροθιές γογγύλια,
κάποιοι γυρεύουν να σε φτιάξω µε απάνθρωπες κουβέντες.
Έτσι μαραίνεται η καρδιά που προμηνούσε ανέμων χαλασμό:
συλλαβίζει της αιμάτινης χημείας τον καλπασμό.
Άκου, πλάι στη θάλασσα, τα σκοτεινά φωνήεντα πουλιά.





ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ


Στην αρχή, ήταν το τρίγραμμο αστέρι.
Ένα χαμόγελο φως σε πρόσωπο κενό.
Ένα κόκαλο κλαδί στον ασάλευτον αέρα, ύλη
διχοτόμος που είχε θρέψει του πρώτου ήλιου το μεδούλι·
καθώς μετρούσε εγκαύματα στου σύμπαντος τη σφαίρα,
ο ουρανός κι η κόλαση σε δίνη αναμίχθηκαν.

Στην αρχή, ήταν η αμυδρή υπογραφή,
τρισύλλαβη, σαν το χαμόγελο αστρική·
ακολούθησαν τα ίχνη στο νερό,
μόρφωμα έκτυπου προσώπου στο φεγγάρι·
το αίμα που άγγιξε το δέντρο του σταυρού και το ποτήρι,
το πρώτο σύννεφο άγγιξε κι έγινε σήμα.

Στην αρχή, ήταν η πυρκαγιά
που έριξε σπίθα κι άναψε τα βαρομετρικά,
τρία µάτια, µάτια κόκκινα η σπίθα, αιχμηρή σαν λουλούδι·
ανέτειλε η ζωή, πετάχτηκε απ’ τη δίνη
των θαλασσών, κυρίευσε τις ρίζες, άντλησε από γη
και βράχο το απόκρυφο λιπαντικό που φέρνει χόρτο.

Στην αρχή, ήταν η λέξη, η λέξη
ο λόγος απ’ τα συμπαγή θεμέλια του φωτός
ο λόγος που απέσπασε τα γράμματα ένα-ένα απ’ το κενό·
κι από τα θεοσκότεινα θεμέλια της αναπνοής
εκπήγασε η λέξη, μετάφραση κατάκαρδη των πρώτων
χαρακτήρων της γέννησης και του θανάτου.

Στην αρχή, ήταν το απόκρυφο μυαλό.
Και το μυαλό κλεισμένο, συνημμένο στη σκέψη,
πριν η πίσσα διχαστεί κατ’ έναν ήλιο·
πριν οι φλέβες ταραχτούν μέσα στο πλέγμα των φλεβών,
αίμα ξεπήδησε και σκόρπισε
στους πέντε ανέμους του φωτός
αρχέτυπη την πλευρική του έρωτα καταγωγή.



Mετάφραση: Γιώργος Μπλάνας




Από τη συλλογή «18 ποιήματα» (1934).
Πηγή: «Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ποιήματα (1934-1953)», μετάφραση Γιώργος Μπλάνας.
Εκδόσεις Ερατώ, 2003
Τίτλος πρωτοτύπου:Selected Poems 1934 - 1953

Στην εικόνα: The Royal Mail stamp commemorating 100 years since the birth of Dylan Thomas.
Πηγή για την εικόνα: The British Postal Museum & Archive blog
https://postalheritage.wordpress.com/tag/dylan-thomas/

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ντύλαν Τόμας, "Θάνατοι και είσοδοι"




ΜΕ ΜΑΣΤΟΡΙΑ Ή ΠΟΝΗΡΙΑ

Με μαστοριά ή πονηριά,
στην ησυχία της νύχτας ασκημένη,
όταν μονάχα το φεγγάρι πάνω ορμά
κι είν’ οι εραστές κλινογερμένοι
με τις πληγές τους αγκαλιά,
ανάβω φως μελωδικό κι όλο δουλεύω,
όχι για δόξα ή ψωμί,
εγκώμια, συναλλαγές
σε αλαβάστρινες σκηνές,
μα για κοινές απολαβές
που μυστικά η καρδιά τους μ’ ανασταίνει.

Για τους έντιμους πολίτες, που δεν ξέρουν
φεγγάρι άγριο τι σημαίνει, εγώ δε γράφω
ατέλειωτα χαρτιά τρικυμισμένα,
ούτε για επώνυμους νεκρούς
με αηδόνια και ψαλμούς,
πάρα μόνο για εραστές,
γι’ αγκαλιές γεμάτες χρόνων τις πληγές,
γι’ αυτούς που δε ζητούν απολαβές,
καν δεν γνωρίζουν την πονηριά μου ή μαστοριά.




ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ

Ήρθε μια ξένη να μοιραστεί την κάμαρά μου
μες σ’ αυτό το σπίτι το σαλό,
ένα κορίτσι τρελό σαν πουλί

κλείνει μια πόρτα νύχτα με τη φτερούγα του χεριού της.
Δεμένη στο λαβύρινθο του κρεβατιού, εξαπατά
με συννεφιά τον ακατόρθωτο παράδεισο του σπιτιού

κι εξαπατά με περιπάτους της κάμαρας τον εφιάλτη,
έναν ολόκληρο θάνατο
ή περιτρέχει φανταστικούς ωκεανούς αρσενικών θαλάμων.

Ήρθε δαιμονισμένη,
αυτή που δέχεται μιαν αυταπάτη φως,
κάθε που τρέμει ο τοίχος, δαιμονισμένη ουρανό

κοιμάται λίκνο ασφυκτικό, βαδίζει σκόνη,
παραληρεί την θέλησή της στα σανίδια,
που έλιωσα με βήματα δάκρυ ψυχιατρείου.

Έτσι σπρωγμένος απ’ το φως στην αγκαλιά της,
μπορώ επιτέλους, μέχρι τέλους, να υποφέρω σταθερά
το πρώτο εκείνο όραμα που έβαλε φως στ’ αστέρια.




ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΓΑΜΟΥ

Κομμάτια τώρα ο ουρανός:
ένα κουρέλι επέτειος δύο πλασμάτων,
που βάδισαν χέρι-χέρι τρία χρόνια
τις απλωσιές των υποσχέσεών τους.

Τώρα η αγάπη τους χαμένη.
Η αγάπη και οι έγκλειστοί της ουρλιάζουν αλυσοδεμένοι·
πίσω από κάθε σύννεφο που φέρνει
βροχή ή κρατήρα, θάνατος χτυπάει το σπιτικό τους.

Αργά πολύ και κάτω από λάθος
βροχή σμίγουν αυτοί που χώρισε η αγάπη:
τα τζάμια λιώνουν στην καρδιά τους,
καίγονται οι πόρτες στα μυαλά τους.



Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας




Από τη συλλογή «Θάνατοι και είσοδοι», 1946.
Τα ποιήματα περιέχονται στην έκδοση «ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΛΑΛΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1934-1953», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ 2003
Τίτλος πρωτοτύπου: Selected Poems 1934 - 1953
Στην εικόνα: Dylan Thomas by Augustus Edwin John

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ντύλαν Τόμας, "Δύο ποιήματα"





ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΥΠΕΓΡΑΨΕ


Το χέρι που υπέγραψε, ερήμωσε μια πόλη∙
πέντε ηγεμόνες δάχτυλα δεκάτισαν ανάσα,
διεύρυναν την σφαίρα των νεκρών και χώρισαν μια χώρα∙
οι πέντε βασιλιάδες,
οδήγησαν στο θάνατο τον έναν βασιλιά.

Το μέγα χέρι έρχεται στην κατηφόρα του ώμου,
τα δάχτυλα παθαίνουν κιμωλία∙
χήνας φτερό σταμάτησε το φονικό
που είχε σταματήσει ομιλία.

Το χέρι υπέγραψε συνθήκη, γέννησε πυρετό,
θέρισε η πείνα κι έπεσε ακρίδα∙
μέγα το χέρι που έχει τόση εξουσία
στον άνθρωπο, με τ’ όνομά του ορνιθοσκαλισμένο.

Μετρούν νεκρούς οι πέντε βασιλιάδες, μα δε διώχνουν
την κρούστα της πληγής, το μέτωπο δεν πιάνουν∙
χέρι θεσπίζει το έλεος, χέρι τα ουράνια∙
δεν έχουν δάκρυα τα χέρια για να κλάψουν.





ΕΧΩ ΠΟΘΗΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ


Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό∙
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο άνεμος
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.



Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας




Από τα «25 ΠΟΙΗΜΑΤΑ», (1936).
Πηγή: «ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΛΑΛΙΑΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1934-1953», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ 2003.