Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η σιωπή των αμνών...

 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Ήθελα να γράψω δυο κουβέντες εδώ και μήνες για όλα τα δεινά που μαστίζουν τούτο τον τόπο- όχι για άλλο λόγο, παρά μήπως κι εκτονωθούν λιγουλάκι κάτι άφωνες κραυγές που κονταροχτυπιούνται μέσα μου-  αλλά τα αλλεπάλληλα φρικώδη γεγονότα διαρκώς με ξεπερνούσαν... ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου και να παρέλυαν τις συλλαβές μου...

 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

Επιπλέον μέσα στη δίνη της σύγχρονης παρανοϊκής καθημερινότητας που, θέλοντας και μη, βιώνουμε δε βρήκα και την "κρίσιμη μάζα ελεύθερου χρόνου" που χρειαζόμουν ώστε να ζορίσω αρκετά τον εαυτό μου μέχρι να απεγκλωβιστεί από τούτη τη σιωπή της οδύνης.

 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

 


καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·


Μέχρι πρότινος ο πόλεμος τούτος γινόταν αργά και μεθοδικά. Κυβερνήσεις, επιδοτήσεις, μέσα μαζικής εξαπάτησης, εκπαιδευτικά συστήματα, μεταρρυθμίσεις, ως κι οι σειρές στην τηλεόραση, όλα επιστρατευμένα στο να εθίσουν όλο και περισσότερους στη διαφθορά, στην κλεψιά, στην ανηθικότητα, στη διαστροφή, στην τεμπελιά, στην εξάρτηση και φυσικά να οδηγήσουν στην αποχαύνωση, στην σύγχυση, στην εξάλειψη κάθε κριτικής σκέψεως...



 

ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

 

Η παραγωγή να καταστραφεί....

Η αυτονομία να εξαλειφθεί...

Η υπακοή να επιβληθεί...



Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.


Μέχρι τώρα όμως, το χάλι τούτο απαιτούσε και κάποια υποτυπώδη συναίνεση- π.χ. κάψτε το ψαροκάικό σας και θα σας δώσουμε επιδότηση! 

Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

Αλλά, τώρα, ο πόλεμος άλλαξε.... Αποφασίζουν, διατάζουν κι εκτελούν, χωρίς κανείς να μπορεί να τους βάλει πλέον φρένο!

πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.


 

Εν μία νυκτί μπάζωσαν τα οστά των αδικοχαμένων παιδιών στα Τέμπη και τότε ουδείς αντέδρασε! Τα γιδοπρόβατα θα λυπηθούν; 

Στο όνομα μιας πανδημίας ξέκαναν τους γονείς και τα αδέρφια μας και εμείς αποδεχτήκαμε να πεθαίνουν ολομόναχοι σε θαλάμους και να θάβονται γυμνοί και τουμπανιασμένοι σε σακούλες. Να κατασφάξουν τα πρόβατα θα διστάσουν; 


ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.



Χρόνια, δεκαετίες μας κυβερνούνε συμμορίες... Διέφθειραν γενιές, ξεπούλησαν γη και ύδωρ, αποδόμησαν αξίες, πίστη κι ιστορία, αντέστρεψαν έννοιες, βάφτισαν το ψέμα αλήθεια, παραποίησαν, παραχάραξαν, εκβίασαν, έκαψαν, έκλεψαν, φτωχοποίησαν, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους...



ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

κι αποθρασύνθηκαν τόσο που συνεχίζουν με μανία να αποδεκατίζουν ό,τι υγιές απέμεινε σε τούτο τον τόπο.... Ό,τι αυτόνομο, ό,τι ελεύθερο, οτιδήποτε θα μπορούσε να τους αντισταθεί... 

ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.



Με αφορμή τούτο το υπέροχο ποίημα του Δροσίνη που μου έστειλε ένας φίλος προχθές το βράδυ και μια ίωση που αναγκαστικά με κράτησε μακριά από άλλες υποχρεώσεις, μελέτες ή λογισμούς, κατέληξα μετά από σαράντα χρόνια να παρακολουθώ ξανά σε κινούμενα σχέδια τη Χάιντυ των παιδικών μου χρόνων... Ανάσανα μαζί της τον παγωμένο καθάριο αγέρα του βουνού, αναπαύθηκα στην απλότητα της καλύβας του παππού, γεύτηκα την ελευθερία της αυτονομίας και της επιλογής, παραβγήκα στο τρέξιμο με τα κατσίκια του κοπαδιού κι απόλαυσα την πλάση όλη ανόθευτη χωρίς περιττή φλυαρία....



Τελικά, όπως άλλαξαν τα κινούμενα σχέδια, άλλαξαν κι οι ζωές μας... 


ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,


Τί ξεπουλήσαμε τελικά για να περνάμε τη ζωή μας κολλημένη σε μιαν οθόνη; Τί ανταλλάξαμε για ένα φορητό υπολογιστή και μια ηλεκτρική κουβέρτα;; Τί μοσχοβολιές αφήσαμε πίσω για να στριμωχτούμε σε χρυσοπληρωμένα τετράγωνα γκρίζα κλουβιά;  Αποκαμωμένοι, κάθε βράδυ, στον καναπέ καταπίνοντας επεξεργασμένες σαβούρες να αναπολούμε το μοναδικό τριήμερο των διακοπών στο χωριό, την κληματαριά, τη ζεστασιά της ξυλόσομπας και της συντροφιάς και την ευωδιά της γάστρας....



καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 

Να μεγαλώνουμε νευρωτικά παιδιά σε τσιμεντουπόλεις με μόνη μας αγωνία για αυτά πόσα περισσότερα ανούσια διπλώματα και χαρτιά θα συγκεντρώσουν ώστε να καταξιωθούμε στους γνωστούς και πώς θα καταλήξουν δυστυχείς σκλάβοι ή αφεντικά σε κάποια απρόσωπη πολυεθνική εταιρεία.



καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Και ύστερα, έντρομοι για τα γύρω μας δεινά, αντί να αναρωτιόμαστε πώς καταλήξαμε έτσι, να ευχόμαστε στις γιορτές λαχανιαστά: "Υγεία, μοναχά υγεία!", μιας και τίποτε άλλο πια για μας και την άδεια μας ζωή δεν έχει αξία....



 διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Μέχρι τώρα είχαν απομείνει κάποιες διέξοδοι διαφυγής. Για εκείνους τους ελάχιστους που πνιγόντουσαν χωρίς αγέρα. Για εκείνους τους ελάχιστους που δραπέτευαν... Για κείνους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη γη και το βιος τους και για τους άλλους που δοκίμαζαν να επιστρέψουν. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν... Σφραγίζουν κάθε διέξοδο, κάνουν αδύνατη κάθε αυτονομία, πυροβολούν και θέλουν να αφανίσουν ό,τι ευωδιάζει πραγματική ζωή και ό,τι  κινείται ελεύθερο... 


οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. (Ιωα.10:1-18)

Έτσι, μέσα σ'όλα τα δεινά που μας μαστίζουν, φτάσαμε και  στη "σφαγή των αμνών".... με τούτα τα αθώα κι ανύποπτα πλάσματα να σφάζονται ανηλεώς υπό πρωτάκουστες, φρικώδεις κι απάνθρωπες συνθήκες-  όταν ακόμη κι οι ίδιοι οι σφαγείς τους ευθαρσώς ομολογούν ότι ούτε καν ο άνθρωπος από αυτά κινδυνεύει! Ζώα υγιή να μακελεύονται την ώρα που γεννούν μπροστά στους ανθρώπους που τα ανέστησαν, να θάβονται ζωντανά και το χώμα να ξερνάει αγανακτισμένο το αίμα τους... Κι ουδείς να μπορεί τούτο το κακό να το σταματήσει.....
Τούτη την Ύβρι θα την ακολουθήσει η Νέμεσις.....




"ίδε ο αμνόσ του θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου" (Ιωα.1:29)

Η σφαγή των αμνών... Αλήθεια, ποιών αμνών;
Κι όλοι σιωπούν.... 
Οι επίσημοι φορείς με τα συμφέροντα...
Εκείνοι που θαλασσοδέρνονται με τα δικά τους δεινά....
Εκείνοι που αγνοούν, που αποκοπήκαν από την πλάση και δεν αντιλαμβάνονται....
Κι οι άλλοι που πονούν και νιώθουν τόσο, μα τόσο ανήμποροι....

[...] ἀλλ’ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. [...]

(Ιωα.10:26-30)

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός- Ταξιδεύοντας μέσα στον πόνο...

 "Από την παιδική μου ήδη ηλικία, ήμουν παθιασμένος με την ζωγραφική. Τελείωσα ταυτόχρονα τις γυμνασιακές σπουδές μου στο κολλέγιο και τις καλλιτεχνικές στη σχολή Τεχνών του Κιέβου όπου εκδηλώθηκαν τα χαρίσματά μου. Η κλίση μου στη ζωγραφική ήταν τόσο φανερή, ώστε αποφάσισα να εισαχθώ στη σχολή Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Όμως, κοντά στις εξετάσεις εισαγωγής με κυρίευσε η αμφιβολία: Αυτός ήταν ο δρόμος που έπρεπε να διαλέξω; Ύστερα από σύντομο δισταγμό, συμπέρανα ότι δεν είχα το δικαίωμα να κάνω αυτό που με ευχαριστούσε, αλλά ότι όφειλα να αφιερωθώ σε κείνο που θα βοηθούσε να ανακουφιστούν οι άνθρωποι από τα βάσανά τους. Από την Ακαδημία έστειλα στη μητέρα μου ένα τηλεγράφημα να της αναγγείλω την απόφασή μου να εισαχθώ στην ιατρική σχολή. [...]

Μετά την απονομή των διπλωμάτων, οι συνάδελφοί μου με ρώτησαν τί σκόπευα να κάνω. Όταν τους απάντησα ότι θα ήθελα να είμαι γιατρός σε ζέμστβο (μονάδα τοπικής αυτοδιοίκησης), γούρλωσαν τα μάτια λέγοντας: "Εσείς, επαρχιακός γιατρός; Εσείς είστε άνθρωπος επιστήμων εκ φύσεως."

Θίχτηκα που δε με καταλάβαιναν. Είχα σπουδάσει, πράγματι, ιατρική με μόνο σκοπό να γίνω επαρχιακός γιατρός, γιατρός των μουζίκων, για να συντρέχω τους φτωχούς ανθρώπους. [...]"



"Δεν είχαν απομείνει λοιπόν, παρά ένας νοσοκόμος στο νοσοκομείο και επιπλέον μια νοσοκόμα από το Κρασνογιαρσκ που είχε φτάσει μαζί μου: Ήταν νεαρή κοπέλα που μόλις είχε αποφοιτήσει από τη σχολή νοσοκόμων και που ανησυχούσε στη σκέψη ότι θα εργαζόταν στο πλευρό ενός καθηγητή. Με αυτούς τους δύο βοηθούς έκανα σημαντικές εγχειρίσεις, όπως: εκτομή άνω γνάθου, λαπαροτομές, γυναικολογικές επεμβάσεις και μεγάλο αριθμό επεμβάσεων στα μάτια. [...]

Με είχαν προειδοποιήσει ότι ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου του Τουρουχάνσκ ήταν μεγάλος εχθρός της θρησκείας. Την απεχθανόταν. Αυτό πάντως δεν τον εμπόδισε να φωνάξει τον Θεό για να σωθεί, όταν η μικρή του βάρκα βρέθηκε μέσα σε τρομερή θύελλα στον Γιενισέι. Αφού το ζήτησε, με κάλεσαν στην GPU όπου με ειδοποίησαν με επίσημη απαγόρευση να μην ευλογώ τους αρρώστους στο νοσοκομείο, να μην κηρύττω στο μοναστήρι και να μην πηγαίνω εκεί πάνω σε έλκηθρο καλυμμένο από τάπητες. Απάντησα ότι το επισκοπικό μου καθήκον με εμποδίζει να αρνηθώ να δίνω ευλογία. Πρότεινα στον πρόεδρο να έρθει αυτό ο ίδιος και να κολλήσει πάνω στην πόρτα του νοσοκομείου μια ειδοποίηση που να απαγορεύει στους χωρικούς να ζητούν την ευλογία μου- πράγμα που όντως δε μπόρεσε να κάνει. Του πρότεινα επίσης να απαγορεύσει στους χωρικούς να θέτουν στη διάθεσή μου ένα έλκηθρο καλυμμένο με τάπητα- πράγμα ακόμα πιο δύσκολο για αυτόν. 

Ωστόσο, δεν υπέφεραν για πολύ τη σταθερότητά μου. [...] Ο τοπικός αρχηγός της GPU με υποδέχτηκε με πολύ κακία. μου είπε πως εφόσον δε συμμορφωνόμουν προς τις απαιτήσεις της εκτελεστικής επιτροπής έπρεπε να φύγω αμέσως μακριά από το Τουρουχάνσκ. Μου έδιναν μισή ώρα να ετοιμάσω τις αποσκευές μου. Ρώτησα μόνον ήσυχα:

"Πού με στέλνουν;"

"Στην άκρη του Παγωμένου Ωκεανού.", μου απάντησαν με τόνο εριστικό. [...]"


"Από εκεί μεταφέρθηκα στη Μόσχα μέσα σε ένα άλλο βαγόνι με κελιά και η πορεία συνεχίστηκε μέχρι την πόλη του Κότλας. Μέσα στο βαγόνι υπήρχαν τόσες ψείρες, ώστε βράδυ-πρωί έβγαζα όλα μου τα εσώρουχα. Καθημερινά, έβρισα καμιά εκατοντάδα από δαύτες, κάποιες από τις οποίες ανήκαν σε ένα είδος που ποτέ άλλοτε δεν ξαναείχα δει: μεγάλες και μαύρες. Δεν παίρναμε για τροφή παρά ένα κομμάτι ψωμί και μια ωμή ρέγκα για δύο. Δεν τα έτρωγα. [...]

Ακριβώς πριν τη μεταφορά μου ξέσπασε επιδημία εξανθηματικού τύφου. Οι κάτοικοι του Κοτλάς μου διηγήθηκαν ότι την προηγούμενη χρονιά ο τύφος είχε ενσκήψει υπό διαφορετικές μορφές καθώς  επίσης επιδημίες όλων των παιδικών μολυσματικών ασθενειών. Εκείνη την εποχή, τρομερό πράγμα, άνοιγαν κάθε μέρα στη Μακάριχα μια μεγάλη τάφρο όπου μέσα της έθαβαν κάπου εβδομήντα πτώματα.

Δε χειρούργησα παρά για πολύ λίγο στο νοσοκομείο του Κότλας. Σε λίγο μου κατέστη γνωστό ότι έπρεπε να πάω στο Αρχαγγέλσκ με το ατμόπλοιο. [...]"


"Μου πρότειναν να χειρουργώ σε ένα νοσοκομείο μετακινούμενο. Είδα εκεί γυναίκες που δεν είχαν χειρουργηθεί καλά, από καρκίνο του μαστικού αδένα. Για αυτό όταν μια ασθενής από αυτές ήρθε να με συμβουλευτεί, δεν την έστειλα στο νοσοκομείο, αλλά αποφάσισα να την φροντίσω σαν εξωτερική ασθενή. Της έκαμα μια επέμβαση πολύ ριζική. Όταν τον έμαθαν οι γιατροί του νοσοκομείου πήγαν αμέσως να κάνουν παράπονα για μένα...[...]

Έχοντας έρθει το Σάββατο, λίγο πριν την αγρυπνία στο σπίτι του μητροπολίτη, πήγα στη μεγάλη εκκλησία του μοναστηριού με μία τελείως μέτρια διάθεση. Ένας ιερομόναχος ιερουργούσε, εγώ ήμουν όρθιος μέσα στο Ιερό Βήμα. Μόλις πριν την ανάγνωση του Ευαγγελίου του Όρθρου αισθάνθηκα κάτι ακατανόητο, μία συγκίνηση που γρήγορα μεγάλωσε και μου έγινε τρομερά δυνατή όταν άκουσα την ανάγνωση. Ήταν στο όγδοο Εωθινό, τα λόγια που απεύθυνε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στον Απόστολο Πέτρο: Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; Βόσκε τὰ ἀρνία μου..."[Ιω.κδ15] Δέχτηκα αυτές τις λέξεις με πολλή συγκίνηση και πολύ φόβο σαν να μην απευθύνονταν στον Πέτρο, αλλά σε μένα προσωπικά.[...]"


"Τελείως εξαντλημένος από την απεργία πείνας και τις αλυσιδωτές ανακρίσεις λιποθύμησα κι έπεσα πάνω στο λερωμένο και βρώμικο πάτωμα όταν μας έβγαλαν για να πάμε στην τουαλέτα. Χρειάστηκε να με μεταφέρουν στο κελί μου. Την άλλη μέρα με άδειασαν στο "μαύρο κοράκι" της GPU για την κεντρική φυλακή της περιοχής. Πέρασα εκεί οχτώ περίπου μήνες σε συνθήκες πολύ δύσκολες. [...]

Δε θυμάμαι πια για ποιό λόγο "προσγειώθηκα" στο νοσοκομείο της φυλακής. Εκεί, με τη βοήθεια του Θεού, είχα την ευκαιρία να σώσω τη ζωή ενός νεαρού κλεφτάκου που ήταν πολύ άρρωστος. Βλέποντας ότι ο καινούριος γιατρός της φυλακής δεν καταλάβαινε τίποτε από την ασθένεια του μικρού κλέφτη, τον εξέτασα ο ίδιος και εντόπισα ένα απόστημα στην σπλήνα του. [...]"



"Έφτασε το καλοκαίρι του 1941. Οι χιτλερικές ορδές, αφού τέλειωσαν με τις χώρες της Δύσης όρμησαν στο Σοβιετική Ένωση. Στο τέλος του Ιουλίου ο προϊστάμενος χειρουργός της περιοχής του Κρασνογιάρσκ αποβιβάστηκε στην Μπολσάγια Μοπύρτα. Με παρακάλεσε να ξαναπάρω μαζί του το αεροπλάνο για το Κρασνογιάρσκ όπου είχα διοριστεί προϊστάμενος χειρουργός του νοσοκομείου [...]

Οι τραυματίες, αξιωματικοί και στρατιώτες, με αγαπούσαν πολύ. Όταν το πρωί γυρνούσα τις αίθουσες οι πληγωμένοι με υποδέχονταν με χαρά. Κάποιοι ανάμεσά τους που τους είχα γιατρέψει από αποτυχημένες εγχειρίσεις (που είχαν γίνει) σε άλλα νοσοκομεία με χαιρετούσαν με τεντωμένα τα πόδια, κρεμασμένα πολύ ψηλά.[...]"

Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως, "Ταξιδεύοντας μέσα στον πόνο" (αυτοβιογραφικές αφηγήσεις), εκδόσεις: Εν πλω

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

Η τελευταία ελευθερία

του Αντώνη Σαμαράκη (από τη συλλογή διηγημάτων "Αρνούμαι")

































Αντώνης Σαμαράκης, "Η τελευταία ελευθερία", συλλογή διηγημάτων: "Αρνούμαι"