Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2007

266. περασμένα σαράντα



Η γυναίκα που καθόταν μόνη, πρόσεξε τη γυναίκα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Ταβέρνα στην Αντίπαρο, καλοκαίρι ντάλα, Αύγουστος, βραδάκι. Γαλλίδα ψηλή και λεπτή, γυμνασμένη, μαλλιά κοντά και πολύχρωμα από το ξέβαμμα, μάλλον τα άφηνε να "αναπαυτούν". Γύρω στη γαλλίδα, ο άντρας και τα παιδιά της, χαρούμενη συντροφιά. Η γυναίκα που καθόταν μόνη, πρόσεξε τα μαλλιά της γαλλίδας, πρόσεξε και το μπόι της και τη χαρακτήρισε μέσα της «ξεβαμμένη γκαμήλα». Η γυναίκα που καθόταν μόνη της, μόλις είχε χωρίσει και η διάθεσή της ήταν σκατά. Οταν ανίχνευσε τον χαρακτηρισμό που έδωσε το μυαλό της στη χαριτωμένη γυναίκα του διπλανού τραπεζιού, κάτι έσπασε στη ψυχή της και σηκώθηκε να πάει παραπέρα, στην ακρογιαλιά, να κλάψει.

«Περασμένα σαράντα, βρε μάνα, περασμένα σαράντα κι ακόμα δουλεύει μέσα μου η μιζέρια σου και τα μαθήματα γκρίνιας! Πότε πια θα μ' αφήσεις, ρε μάνα; Πότε θ' ανασάνω σαν άνθρωπος; Πότε θα πάψω να κρίνω στραβά και πότε θα δεχτώ τον άνθρωπο όπως είναι; Στο προσκέφαλο των παιδιών μου ψιθύριζα "ν' αγαπάς όλο τον κόσμο πουλάκι μου, όπως είναι, να δέχεσαι όλους τους ανθρώπους με τις χάρες και τις αδυναμίες τους" προσπαθώντας, ρε μάνα, να σε ακυρώσω, να μη συνεχιστεί στα παιδιά μου η μαυρίλα σου. Κι έρχεσαι όταν δεν σε περιμένω και με ακυρώνεις εμένα σαν άνθρωπο. Φτου σου, ρε μάνα, κι όξω και μακριά από μένα! Φτου!»

Μουρμούραγε η γυναίκα κι έτρεχαν δάκρια λύσσας από τα μάτια της, που όλο το ανάποδο βλέπαν στην ομορφιά, έψαχναν κι έβρισκαν το στραβό στα ωραία, κι έμοιαζαν με τυφλά αυτά τα μάτια, τόσο που η γυναίκα ήθελε να τα βγάλει ώρες ώρες. Μάζεψε το φαρδύ της αραχνοΰφαντο φουστάνι και γύρισε στο τραπέζι της να πληρώσει και να πάει για ύπνο. Οι γάλλοι ήταν ακόμα εκεί, κόντευαν να τελειώσουν το φαγητό και συζητούσαν για μετά. Η γαλλίδα γύρισε προς το μέρος της γυναίκας και τη ρώτησε αν γνωρίζει κάποιο μπαράκι με μουσική, η γυναίκα απάντησε στα γαλλικά για το μπαράκι του Τάσου, πιάσαν κουβέντα, αρχίσαν τα χάχανα, μια παρέα γίναν όλοι σε λιγάκι, μια χαρούμενη παρέα διακοπών που πήγε μετά τα φαγητό να συνεχίσει τη βραδινή διασκέδαση.

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

265. η κασέλα του Γιάννη του Μαυροκέφαλου



Χτες έμαθα την ιστορία της κασέλας αυτής, που κληρονόμησα προσφάτως. Είναι μια πολύ παλιά κασέλα, φτιαγμένη από 7 χοντρά σανίδια βελανιδιάς περασμένα με κάσια, να δείχνουν σχεδόν μαύρα. Ενα πλατύ σανίδι για πάτο, από ένα στις τέσσερις πλευρές και δυο για το καπάκι που ανοίγει μισό μισό με μεντεσέδες. Στις στενές πλευρές έχει από ένα χερούλι σιδερένιο. Πάνω στη μια σανίδα του καπακιού υπάρχει το μονόγραμμα "Ι Μ" με πυρωμένο σίδερο χαραγμένο, ένα μονόγραμμα που φαίνεται πιο μαύρο κι απ' το μαύρο.

Ο Γιάννης ο Μαυροκέφαλος ήταν από την Πόλη και, καθώς λέγαν, πολύ κακός άνθρωπος. Το γιατί όμως τον χαρακτήρισε έτσι η γυναίκα που διηγήθηκε την ιστορία της κασέλας του, δεν το εξήγησε επαρκώς. «Ηταν ναυτικός», είπε, και «πήγαινε με πολλές γυναίκες». Για το λόγο αυτό, μάλλον καλόν άνθρωπο θα τον χαρακτήριζα, εκτός αν εμπορευόταν τις γυναίκες αυτές, πράγμα που δεν διευκρινίστηκε.

Η ιστορία της κασέλας του ξεκινά μετά την εξαφάνιση του πρώτου κατόχου της, μέσα στη γερμανική κατοχή. Είναι μεγάλη ιστορία, πιάνει μέσα της τέσσερις γενιές με τα παρακλάδια τους, ξαπλώνεται απ' άκρη σ' άκρη του κόσμου και δύσκολα θα χωρέσει εδώ πέρα, έτσι, δεν θα τη γράψω. Γράφω αυτό το ποστ για να τη θυμάμαι, κάτι σαν υπόσχεση στο μέλλον -αν ζήσω και προφτάσω να τη ξετυλίξω ολόκληρη. Γύρω από αυτή την κασέλα παίχτηκαν δράματα, γίναν φόνοι, μια γυναίκα πέθανε φυματική, άνθισαν έρωτες, πέθαναν έρωτες στραγγαλισμένοι από υπερβολική μητρική φροντίδα, πάνω της αλλάχτηκαν κατουρημένα μωρά σε σκευοφόρους τρένων, αποτέλεσε το πρώτο έπιπλο ερωτευμένου ζευγαριού και το τελευταίο δυστυχισμένου εργένη, ταξίδεψε στην Αφρική, στο Βέλγιο, πέρασε κι από Ινδίες, κι άλλα πολλά και παράξενα. Σκέφτομαι αν θα πρέπει να την κρατήσω ή να τη δώσω για καυσόξυλα.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2007

264. γλιστρώντας πάνω στο αίμα



Δεν θέλησα να σε δω νεκρό
Γλιστρούσα πάνω στο αίμα και στον εμετό σου
-Οι σόλες μου γλιστρούσαν-
Εψαχνα μηχανικά στα ντουλάπια σου να βρω
Κουστούμι νεκρικό, πουκάμισο, γραββάτα
-Οχι, όχι, δεν φορούσες γραββάτες-
Αν και ήταν στο ντουλάπι κρεμασμένες πολλές
-Πάνω από πενήντα γραββάτες-
Διάλεξα ένα σακκάκι τουήντ καφέ μουσταρδί
-Το χρώμα που σου άρεσε να φοράς-
Ενα παντελόνι μπεζ, ένα πουκάμισο λευκό
Το λευκό αναδεικνύει το πρόσωπο
-Είπε το κοράκι που με συνόδευε-
Δεν του άρεσε το ωραίο σου πουκάμισο
Το ταιριαστό με το σακκάκι
«Τι όμορφος που είναι» είπαν κάτι γυναίκες
Ακουγα και δεν μιλούσα
Καθόλου δεν μιλούσα, μόνο είχα κρύψει
-Το πρόσωπο σε έναν ώμο-
Δεν θέλησα να σε δω νεκρό
Και δεν το μετάνοιωσα
-Ετσι κι αλλιώς, ωραίος ήσουν-
Θα σε θυμάμαι έτσι
-Ποιος ξέρει πόσο υπέφερες-
Θα σε θυμάμαι και θα σε ξεχνώ συνάμα


Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

263. Το τεκμήριο του θανάτου είναι η ελπίδα



Οσο ελπίζει ένας άνθρωπος, τόσο νομίζει πως ο θάνατος δεν πρόκειται να τον αγγίξει ή, όταν αυτό συμβεί, το άγγιγμα θα γίνει με απαλό και γλυκό τρόπο και αφού περάσουν πάάάάρα πολλά χρόνια.

Η ελπίδα λοιπόν, δρα ανασταλτικά σε σχέση με το θάρρος. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ήρωας που ελπίζει. Ο ηρωϊσμός είναι πράξη απελπισίας. Η ηρωϊκή Εξοδος του Μεσολογγίου δεν θα είχε γράψει ιστορία αν δεν είχαν απελπιστεί εκείνοι οι άνθρωποι. Ούτε η Αμαλία Καλυβίνου θα είχε γράψει λέξη αν διατηρούσε την ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να πάει καλύτερα με την περίπτωσή της.

Ο Αγώνας των πρωτοπόρων, των ηρώων που γίνονται σύμβολα, έχει μια κοινή βάση: την απιστία στην ελπίδα. Δεν πιστεύουν πλέον ότι μπορεί να γίνει κάτι τι το παραμικρό κι έτσι πέφτουν στη φωτιά, στο τσεκούρι, στο γιαταγάνι και γίνονται ήρωες τη στιγμή ακριβώς που ίσως νομίζουν ότι η πράξη τους μπορεί και να τους απαξιώσει στο μέλλον. Εχει γράψει ένα ωραίο διήγημα ο Andreas Latzko για την περίπτωση ενός δειλού στρατιώτη και τον τρόπο που έγινε ήρωας. Οπου νά 'ναι θα το ανεβάσω.

Οσο η εικόνα που προβάλλεται σήμερα για τον άνθρωπο, η εικόνα του μοντέλου χωρίς ατέλειες, του σχεδόν πλαστικού ανθρώπου, του ανθρώπου με το τέλειο ρούχο και το τέλειο δέρμα και τα τέλεια δόντια και το τέλειο αυτοκίνητο, το τέλειο δάνειο, το τέλειο σπίτι, το τέλειο κινητό, κλπ κλπ, όσο η εικόνα αυτή προβάλλεται λοιπόν, τόσο ο άνθρωπος θα απομακρύνεται από την εικόνα της πραγματικότητας, όπου ορίζεται το πεπερασμένο της ύπαρξης.


262. το κατοστάρι



Ετσι λέγαμε τότε το δρόμο 100 μέτρων "κατοστάρι" και μου άρεσε να τρέχω το "κατοστάρι" κι έτρεχα γρήγορα φυσέκι που λένε και το αγαπημένο μου παιχνίδι -ποιο άλλο;- το κυνηγητό και μια εποχή είχε βγει ένα παιχνίδι σύνθετο το "κρυφτό-κυνηγητό" όπου κρυβόσουν και έπρεπε μετά να σε πιάσει κιόλας αυτός που "τα φύλαγε" γιατί ακόμα κι αν σε έβρισκε δεν υπολογιζόταν κι αν δεν έπιανε κανένα θα έπρεπε να τα ξαναφυλάξει. Εμένα δεν μου άρεσε να τα φυλάω σε κανένα παιχνίδι αλλά υποχωρούσα μπροστά στην ανάγκη να παίξω έπρεπε να κυλά ομαλά η ηλικία του παιχνιδιού και αν με βαστούσαν τα πόδια μου θα έτρεχα και σήμερα αλλά φοβάμαι μη φάω καμιά τούμπα και σπάσω κάνα κόκκαλο κι έτσι περπατώ μονάχα. Καμιά φορά αποφάσιζα να τα φυλάω πρώτη γιατί κανείς δεν ήθελε να τα φυλάει και κάπως έπρεπε να αρχίσει το παιχνίδι κι έτσι τα φύλαγα αλλά έπιανα στα γρήγορα κάποιον και γλίτωνα το ανιαρό του να κυνηγάς ή να ψάχνεις να βρεις κρυμμένους και άντε να φωνάζουν "πορτοκάλι" και "μανταρίνι" και να σου σπάν τα νεύρα. Μια φορά είχα φάει μια τούμπα μπροστά σε ένα συμμαθητή μου στη πρώτη γυμνασίου κι εκείνος έμεινε στήλη άλατος -ίσως περίμενε να κλάψω ποιος ξέρει- αλλά ξύπνησε όταν σηκώθηκα αστραπιαία και συνέχισα το τρέξιμο και είχε να το λέει πόσο με θαύμαζε που δεν είχα βάλει τα κλάμματα με το ματωμένο γόνατό μου. Αυτό το παιδί ερχόταν μαζί με ένα άλλο από το ορφανοτροφείο και φορούσαν και οι δυο τους καπελάκια μπλε κι έτσι ξεχώριζαν απο τα άλλα παιδιά. Ο ένας ήταν ψηλός και όμορφος και φορούσε ένα μπλε κοστούμι και τον λέγαμε "μπλεκουστουμάκια" -πού να καταλάβουμε τότε πως μπορεί να μην είχε άλλα ρούχα και έτσι μάλλον θα ήταν. Ο άλλος ο κοντός ήταν ένα παιδί ζωηρό που δεν τά'παιρνε πολύ τα γράμματα αλλά ο ψηλός φίλος του τον βοηθούσε και μαζί ερχόντουσαν μαζί φεύγαν εκτός από τη φορά που αυτός με τα μπλε πήγε ραντεβού με μια κοπελίτσα που γουστάριζε και της άρεσε κι αυτηνής -ξανθιά και γαλανομάτα ήταν αλλά ξέχασα τ' όνομά της. Αυτός πήγε στο ραντεβού πήγε και η κοπελίτσα αλλά πήγε και ο μπαμπάς της που έπαιρνε από πίσω την κόρη του συχνά για να τη προσέχει και κάτι είχε ψυλλιαστεί για ραντεβουδάκι όταν η μικρά του είπε ότι πάει για κλωστές στο περίπτερο κι έπιασε το νεαρό με τα μπλε και του έβγαλε το καπέλο κι εκείνος να φωνάζει «μη, μη το καπέλο! πώς θα γυρίσω πίσω στο ίδρυμα» αλλά ο μπαμπάς το πήγε αυτοπροσώπως το καπέλο την άλλη μέρα στο ίδρυμα και τα παιδιά του ορφανοτροφείου δεν ξανάρθαν στο σχολείο. Αυτά τα μάθαμε από την κολλητή της ξανθιάς κοπελίτσας -το επίθετο νομίζω από κάπα άρχιζε- όπως μάθαμε ότι πήγε εσωτερική σε ακριβό σχολείο και ύστερα από λίγα χρόνια που συνάντησα την κολλητή στο δρόμο μου είπε ότι παντρεύτηκαν η ξανθιά με τον μπλε και ο μπαμπάς της τον εκπαιδεύει στην επιχείρισή του -ένα καλό μπακάλικο. Μια φορά που έτρεχα το κατοστάρι σε μαθητικούς αγώνες λίγο πριν το τέρμα -ένα συρματόπλεγμα- έστριψα το κεφάλι να δω πού βρισκόταν η επόμενη κι αυτή κοίταζε μπροστά και με πέρασε και η γυμνάστριά μας ήταν έξαλλη «τι δουλειά είχες να κοιτάξεις πίσω» μου φώναζε για κάμποσες μέρες «θα είχαμε το δεύτερο τουλάχιστον» γιατί το πρώτο το έπαιρνε η Κατσικαδέλη το κορίτσι άνεμος λίγα χρόνια μεγαλύτερή μου ενώ η Τριανταφυλλάκη που ήρθε δεύτερη ήταν δυο τάξεις κι ένα χρόνο μικρότερη αλλά ήταν η ψηλότερη απ' όλες και κοκκινομάλλα. Από τότε το θυμάμαι αυτό το μάθημα να μη στρίβω το κεφάλι όταν αγωνίζομαι άλλο όταν παρατηρώ. Τώρα που δεν μπορώ να τρέχω το έριξα στην παρατήρηση με κίνδυνο να με πατήσει κάποιος που τρέχει και δεν βλέπει μπροστά του. Πάει κι αυτή η ιστορία με τα τρεξίματα αν και θέλω να πω ότι η τελευταία φορά που θυμάμαι να έχω τρέξει γρήγορα είναι στη κηδεία του Παναγούλη έκανα την απόσταση Ευαγγελισμό Σύνταγμα σαν αστραπή. Ετρεχα και τα βράδια της πρώτης εγκυμοσύνης μου από το σπίτι στο γαλατά ή από το γραφείο στο σπίτι επειδή σκεφτόμουν ότι για πέντε μήνες τουλάχιστον δεν θα μπορώ να τρέχω και στον τρίτο μήνα σταμάτησα τα πολλά τρεξίματα και δεν ξανάτρεξα από τότε στα σοβαρά. Ετσι μού 'ρχεται να αρχίσω να τρέχω γύρω γύρω το τετράγωνο τις νύχτες και να πάθω ένα καρδιακό να με βρουν ξυλιασμένη να μην έχω ταυτότητα και να φύγω ως εξαφανισθείσα και να με φαντάζονται κάπου μακριά και ζωντανή να μην υπάρχει το τεκμήριο του θανάτου -το πτώμα δηλαδή. Κάτι πρέπει να γράψω γι αυτό το τεκμήριο που δεν σχετίζεται με τη φορολογία και ευτυχώς γιατί με τόσους νεκρούς γύρω μου θα έπρεπε να με είχαν ρημάξει στο φόρο. Ευτυχώς στη κολλητή μου πέτυχε η εγχείριση με αβαρία ενός νεφρού αλλά σώθηκε το επινεφρίδιο καλλιτέχνης ο γιατρός. Η κολλητή απέφευγε το μάθημα της γυμναστικής για να μη δείχνει τα μπούτια της επειδή την είχε δαγκώσει ένα σκυλί όταν ήτανε μικρή και ντρεπόταν για το σημάδι αλλά τώρα που μεγάλωσε ανατρέφει σκυλάκια.

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

261. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ



«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

ΥΓΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)



Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:







  • ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ






  • ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ






  • ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ






  • ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.






  • ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ



ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.



  • ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ


  • ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ


  • ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ


ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.


ΕΛΛΗΝΕΣ BLOGGERS


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...