Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

223. η πλάτη του Ναθαναήλ




Ο Ναθαναήλ έχει ένα όμορφο πρόσωπο, μακρουλό, λευκό, με γαλανά μάτια, ελαφρώς γωνιώδες, με δυο λόγια ένα πρόσωπο γοητευτικό, όπως θα ήταν ο Νόαμ στα νιάτα του -υποθέτω. Τόσο τρυφερή και γλυκειά κοψιά. Κάτι έκρυβε όμως μέσα του, κυριολεκτικά μέσα από τα ρούχα του, κάτι που αποκάλυψε ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι που ήρθε στο γραφείο φορώντας ένα μαύρο ζιβάγκο. Ο τόπος έβραζε λέμε, τηγάνιζες αυγό στο πεζοδρόμιο, αλλά το ζιβάγκο ζιβάγκο. Είχαμε να τον δούμε από το Μάρτη, είχε φτάσει Ιούλιος και ο Ναθαναήλ είχε απλά αφαιρέσει ένα λεπτό μπουφανάκι από την ενδυμασία του.

- Δε ζεσταίνεσαι;
- Πως.. Είναι να μη ζεσταίνομαι; αφού κάνει ζέστη!
- Και γιατί φοράς το ζιβάγκο; Δε σκας;
- Σκάω, αλλά...
- Τι "αλλά"; Βγάλ' το και μη ντρέπεσαι κι άμα φύγεις το ξαναφοράς.
- Ασε καλύτερα...
- Φοβάσαι μη... κρυώσεις; Του πέταξε ο συνάδελφος και τότε ο Ναθαναήλ ξέσπασε και αποκάλυψε το μέγεθος της συμφοράς του.

Τι έκανε; Απλώς, σήκωσε το μπλουζί και μας έδειξε την πλάτη του. Οχι ολόκληρη -δε θα το αντέχαμε, είπε- μόνο ένα κομματάκι χαμηλά, στο ύψος της μέσης, κι άλλο ένα επάνω, κοντά στο σβέρκο. Το κανίς της κυρίας Ζυγομαλά είχε αραιότερη τριχοφυΐα! Μετά, κάθησε και εξιστόρησε τα βάσανα και τις στερήσεις εξαιτίας αυτού του αντιαισθητικού χαρακτηριστικού του.

Στη θάλασσα δε μπορούσε να πάει σε πολυσύχναστη πλαζ, η πλάτη του τράβαγε τα βλέμματα σα μαγνήτης και τα σχόλια που άκουγε τον πλήγωναν. Ηταν αναγκασμένος να φορά ένα μπλουζί ως το λαιμό, βρέξει χιονίσει ή σκάει ο τζίτζικας. Στο μόνο που υπήρξε τυχερός, όπως μας διαβεβαίωσε, είναι ότι η σύντροφός του τρελαίνεται με τους τριχωτούς άντρες. «Είναι φιλόζωη;» αποτόλμησε μια ερώτηση ένας από τους συναδέλφους και ο Ναθαναήλ απάντησε αφοπλιστικά «Ναι, πώς το κατάλαβες;» και σκάσαμε στα γέλια.

Εκείνου όμως δεν ίδρωνε το αφτί του και μια και είχε ξεκινήσει θα τελείωνε την εξιστόρηση, έτσι συνέχισε με τις έρευνες που είχε κάνει σχετικά με το γενεαλογικό του δέντρο. Να βρει δηλαδή, να εξηγήσει με κάποιο τρόπο την αιτία αυτού του φαινομένου, πώς είχε προκύψει, αν υπήρχε κάποια μακρινή επιμειξία με κάποια ρίζα που είχε επιβαρύνει το επτανησιακό του δέντρο. Εφτασε μέχρι το 1420 και όλοι οι πρόγονοι ήταν καθαρόαιμοι με παρεμβολές καναδυό βενετσιάνων, τούρκος και αγαρηνός δεν είχε πατήσει στο νησί ώστε να υποπτευτεί καμιά γιαγιά, η μάνα του ήταν υπόδειγμα πίστης -τύφλα νά'χει η Πηνελόπη!- τι στο καλό είχε τρέξει και η πλάτη του φιλοξενούσε το μέλανα δρυμό;

Πέρα από αυτά, είχε απευθυνθεί σε δερματολόγους και σε διάφορα ινστιτούτα μήπως μπορέσει και απαλλαγεί από το βάρος τόσων τριχών, αλλά όλοι σήκωναν τα χέρια ψηλά. Πώς να αποτριχωθεί ένας πίθηκος; «Πάρ' το θετικά» τον είχε συμβουλέψει ένας γκουρού και μάλιστα χωρίς αμοιβή, όπου είχε προστρέξει σε ύστατη αναζήτηση, αν και η συμβουλή αυτή ήταν το σημαντικότερο που είχε ακούσει ως τότε. Ενα γκελ έκανε στο νου του αυτή η μικρή φρασούλα και το «πήρε θετικά».

Βρήκε όλα τα καλά που του πρόσφερε η προβιά του. Πρώτα πρώτα, δεν κρύωνε το χειμώνα, μια και τον προστάτευε το φυσικό του πουλοβεράκι. Μετά, είχε εξαιρετικά ανθεκτικό δέρμα. Κατόπιν, είχε γλιτώσει από τα απαίσια σπυράκια της πλάτης. Υστερα, είχε ανακαλύψει ένα σωρό υπέροχες παραλίες για μπάνιο εξαιτίας της. Τελικά, είχε βρει τη γυναίκα των ονείρων του, που εκτιμούσε ιδιαίτερα αυτό που οι "άλλοι" θεωρούσαν -και το είχε πιστέψει και ο ίδιος ως- μειονέκτημα.

Τον ακούγαμε εκστατικοί, στη διήγησή του αποτύπωνε τον αγώνα του ανθρώπου να επικρατήσει πάνω σε κάθε δυσκολία και αναποδιά, ενώ εκείνος μας κοίταξε με το παιχνιδιάρικο βλέμμα του, είπε «και στο κάτω κάτω, το καλοκαίρι κρατά μόνο τρεις μήνες», κι άνοιξε την πόρτα κι έφυγε σαν αστραπή, αφήνοντάς μας με τις άτριχες πλάτες μας να χάσκουμε σα χάνοι. Ο χάνος είναι ένα χαζό ψαράκι που πιάνεται πανεύκολα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια -ακόμα και με απόχη...





Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2007

222. ψάχνω ποιον τίτλο να αναπτύξω



Εδώ και λίγες μέρες, έχω βρεθεί με κάμποσους τίτλους παραμάσχαλα:

το γρυ
η πλάτη του Ναθαναήλ
οι κάτοικοι των δρόμων που αρχίζουν από Π
σαν το κεράκι της Λαμπρής
ο αντιβασιλιάς των Ινδιών
μπαμπάκι από την Αβυσσηνία
το τολ του εργοταξίου
Η επίβλεψη
«παγώτο με νεό»
το χωράφι του Ρομπέν
ψαρεύοντας στο Αχλάδι

κλπ κλπ

μερικοί προορίζονται να καλύψουν αυτοβιογραφικά αφηγήματα, άλλοι να αναπτύξουν φανταστικές εικόνες, κάποιοι να ζωντανέψουν μνήμες κληρονομημένες.

αναρωτιέμαι αν κάποιος από αυτούς τους τίτλους είναι ικανός να με αντιπροσωπέψει.

Μπα... Ισως είναι πιο καλά να καταπιαστώ με ένα παραμυθάκι.

μάλλον θα το αφήσω για την τελευταία στιγμή, να αποτυπώσω αυτή τη στιγμή, τη στιγμή εγγραφής του, δλδ, θα το αφήσω να γραφτεί μοναχό του το κείμενο. Παύω λοιπόν να σκέφτομαι. ΟΥΦΦΦΦΦ

---------
ΣΗΜ. όλα για μια βραδιά στο Φιλοξενείο γίνονται


Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2007

221. Συνεργατικό έργο: 28 Days In February 2007

Ενημερώνω για τη φετεινή σκυταλοδρομία γραφής.
Κοπιάστε να γράψουμε μαζί!:-))


28 Days In February 2007

αν δεν ανοίγει ο σύνδεσμος, διαλέξτε τον εδώ:

http://28daysinfebruary07.blogspot.com/

Καλή έμπνευση:-)


Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

220. ο μέσα δρόμος




το προσκλητήριο των νεκρών
του μέσα δρόμου
ηχεί παράξενα στ' αφτιά
του νοσοκόμου

κρατά μια πάπια με σκατά
μα πέφτει κάτου
αντισταθμίζοντας τη φρίκη (ή τον ήχο)
του θανάτου

νεκροί περνούν καμαρωτοί
χιλιάδες ίσκιοι
κι ο νοσοκόμος τους ξορκίζει
με ουίσκι




----------
ΣΗΜ. μόλις γράφτηκε σε σχόλιο στου χαρτοπόντικα: http://chartopontikas.wordpress.com/2007/01/25/Η-μέση-του-δρόμου/#comment-2332

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2007

219. η στιγμή


Γράφω πολύ πρόχειρα το ζουμί της ιστορίας:

λένε πολλοί, η ευτυχία ότι μετριέται με στιγμές
και πως στιγμές είναι η ζωή βαλσαμωμένες
υπάρχει όμως μια στιγμή
που μένει αιώνια ζωντανή
την τρέφει ο θάνατος, αυτός που την εγέννησε,
χωρίς το θάνατο, αυτή η στιγμή δεν θα υπήρχε
θά 'χε χαθεί, θά 'χε πεθάνει,
βαλσαμωμένη θα στόλιζε το ράφι με τις μνήμες
ένα μνήμα την εμποδίζει να σταθεί σε ράφια,
ένα μνήμα και μια κουβέντα:
να με ξεχνάς, όσο μπορείς να με ξεχνάς

δεν είπα τίποτα τότε, δεν πίστευα ότι μπορεί
ότι μπορεί να χωριστούμε από θάνατο κιόλας
απίθανο
και όμως έγινε
υπόσχεση δεν έδωσα μα όλο προσπαθώ να δώσω
καθε μέρα να ξεχνώ, όλο να ξεχνώ, όλο και πιο πολύ
να ξεχνώ
μα όλο θυμάμαι
θυμάμαι τη στιγμή
έχει μείνει ζωντανή, ολοζώντανη και φρέσκια
κι αν την υπόσχεση που δεν έδωσα κρατήσω
πρέπει τη στιγμή αυτή να τη δολοφονήσω
θα την ξεχνάω όσο ζω, θα τη ξεχνώ
ο μόνος τρόπος έχει μείνει
να ξεχνώ

αλήθεια, πώς γίνεται να ξεχνά κανείς;
ιδίως τη στιγμή της προσμονής;

τόσες στιγμές περάσανε στο πλάι
μονάχα ακόμα αυτή η στιγμή χαμογελάει
μου γνέφει «ξέχνα με» μα όλο τη θυμάμαι
του Απολιναίρ το ποίημα λέει και'γώ λυπάμαι...

«ένα κλωνάρι από ρεικιά στο χέρι μου ριγεί
να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο...»

ψάχνω στα λόγια σου για ρείκια
αδύνατο να έγιναν τροφή για τα σκουλήκια

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

218. τι προηγήθηκε της εικοσάλεπτης ιστορίας



Αυτή η ιστορία ίσως χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να γραφτεί. Αρχίζω 20:18 μμ και χρονομετρώ:

Σε πλησίασε κάποιος που ούτε ένα βλέμμα σου δεν άξιζε, αλλά τον κοίταξες. Επέμενε να χώνεται ανάμεσα στα μάτια σου και στους άλλους, ανάμεσα στα μάτια σου και στα μάτια των άλλων, ανάμεσα στα μάτια σου και στα δέντρα, ανάμεσα στα μάτια σου και στον καθρέφτη, κι έτσι έκλεψε μια ματιά σου. Του μίλησες πρώτη και τον ρώτησες τι θέλει και χώνεται ακάλεστος στο περιβάλλον σου κι εκείνος παρακάλεσε, ικέτεψε να τον κοιτάξεις, ότι αυτό του είναι αρκετό, να τον κοιτάζεις όποτε μπορείς κι αυτός θα γίνεται χαλί να τον πατάς κι εσύ είπες πως δεν χρειάζεσαι χαλιά, μονάχα ίσως ένα σκυλάκι για συντροφιά, και είπε ότι θα γίνει το αφοσιωμένο σου σκυλί να σε συντροφεύει και να σε προστατεύει. Ετσι κι έγινε. Εγινε το σκυλί σου, το έδεσες με ένα λουρί, το γύμνωσες -με τη θέλησή του- από κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό, κι από τότε το σέρνεις μαζί σου. Εκείνο σε κοιτάζει, έχει αυτό το δικαίωμα, το κέρδισε αυτό το δικαίωμα, αυτό το δικαίωμα είναι μέρος του άγραφτου συμβολαίου αλληλοεπιτήρησής σας και σκυλοποίησής του. Εκείνη τη στιγμή που ξέφυγε από τα συμφωνημένα και θέλησε να κάνει επίδειξη δύναμης ρίχνοντάς σε στο πλακόστρωτο του λιμανιού, τρόμαξες για τα καλά. Του έσφιγγες το λαιμό με το δεξί σου χέρι, έστριβες το λουρί να σφίγγει όλο και δυνατότερα την καρωτίδα, το χέρι σου όμως κουράστηκε τόση ώρα τεντωμένο και σιγά σιγά χαλάρωσε «και τι μπορεί να μου κάνει ένα σκυλί;» σκέφτηκες παραιτούμενη στιγμιαία από την αντίσταση. Αυτή η στιγμή ήταν αρκετή για να σε δαγκώσει στο αριστερό σου μπούτι. Τα δόντια, ακονισμένα απο την ταπείνωση, βυθίστηκαν στο απαλό σου δέρμα σκίζοντας το καλσόν και άνοιξαν την κάνουλα του αίματος. Εβλεπες το αίμα σου να χύνεται και να το ρουφάν' οι πλάκες, αλλά το υγρό αυτό δεν έμοιαζε με αίμα, ήταν αραιό και βαθύχρωμο, ένα αίμα σε χρώμα βυσσινάδας. Παραξενεύτηκες που το αίμα σου είχε αυτό το χρώμα και αυτή την πυκνότητα, πίστευες πάντα ότι ήταν πολύ πιο πηχτό και πολύ πιο ζωηρόχρωμο, σαν το αίμα που έβλεπες στα έργα του σινεμά. Παραξενεύτηκες κιόλας που δεν πονούσες, η δαγκωματιά σε γλύκαινε, η όλη φάση έμοιαζε με ηδονική τελετουργία. Το αίμα χανόταν ανάμεσα στις πλάκες και το ότι η βίαιη αυτή πράξη δεν σε είχε λερώσει το είδες σαν κάτι τι σημαδιακό και παραδόθηκες παρατηρώντας το αίμα σου να αναπηδά όσο τα δόντια του μέναν' καρφωμένα. Μόλις όμως το μπούτι έπαψε να σφαδάζει και να τινάζεται, εκείνος το άφησε, αποτράβηξε τη δυνατή του μασέλα και στάθηκε σούζα, όπως τον είχες μάθει, κι εσύ ένοιωσες πολύ μακριά, σαν να άδειασε το μυαλό και η καρδιά σου, αλλά είπες μέσα σου «ένας σκύλος είναι, τίποτα παραπάνω» και σηκώθηκες, έσιαξες ρούχα και μαλλιά και συνεχίσατε τον περίπατο. Την άλλη μέρα θα ψώνιζες ένα καινούργιο καλσόν. Αυτή ήταν η μοναδική απώλεια.

τέλος, ώρα 20:48 μμ

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

217. μια εικοσάλεπτη ιστορία 16:41-17:01



Μένουν είκοσι λεπτά ώσπου να ελευθερωθεί το λουτρό να μπω για ένα μπανάκι και ίσα που προλαβαίνω να γράψω την ιστορία σου.

Εμαθες να περπατάς στα τέσσερα σαν σκυλί και να δέχεσαι να σ' έχει δεμένο μ' ένα λουρί, να σε σέρνει περήφανα, γυμνό και εξαθλιωμένο, με τα σάλια να τρέχουν. Εσύ; Φυσικά, ήσουν κι εσύ περήφανος να σέρνεσαι, να ανήκεις σε αυτό το υπέροχο θηλυκό. Οπου πήγαινε, κι εσύ μαζί της, πότε μπρος και πότε πίσω, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισες να της ορμήξεις κι εκείνη σε κρατούσε σε απόσταση με τεντωμένο χέρι, από το λαιμό σε κρατούσε μη πλησιάσεις και την τραυματίσεις με τα κοφτερά σου δόντια. Ομως πρόφτασες, μπόρεσες να κάμψεις την αντίστασή της, την έριξες χάμω, εκεί καταμεσίς στο ντόκο του λιμανιού, στις βρεγμένες πλάκες και της έχωσες μια γερή δαγκωματιά στο αριστερό της μπούτι. Το αίμα άρχισε να χύνεται παχύρευστο, λες και δεν ήταν αίμα αλλά βυσσινάδα, ένα υγρό χρώματος βυσσινί, κι όπως χυνόταν το απορροφούσαν οι πλάκες σβήνοντας την εγκληματική σου πράξη. Σαν να μην έγινε τίποτε, άφησες το σφριγηλό και απαλόδερμο μπουτάκι από τα δόντια σου και κάθησες σούζα, όπως ήξερες να κάθεσαι, όπως σε είχε μάθει τόσα χρόνια. Εκείνη σηκώθηκε, έσιαξε ρούχα και μαλλιά και συνεχίσατε τον περίπατο. Είχε μάθει όμως πλέον πως έχεις κι εσύ δύναμη, έστω και δεμένος στο λουρί της.

216. με συνέπεια στα λόγια



Kόβω το κεφάλι μου, είπε ο καθηγητής της Βυζαντινολογίας κ. Παμμαντζουριάδης κι έλεγξε το μαντίλι που φόραγε γύρω από το λαιμό του για να καλύπτει τα σημάδια από τα κοψίματα. Ηταν η έκφραση που χρησιμοποιούσε συχνότατα και όχι μόνο μεταφορικά: το λαιμό του τον έκοβε κανονικά με μια λεπτή λάμα ξυρίσματος, μήκους 35 εκ. περίπου. Πρώτα, χάραζε ολοτρόγυρα στο δέρμα του λαιμού το ίχνος κοπής και κατόπιν βύθιζε τη λάμα όλο και βαθύτερα. Μόλις έφτανε στο κέντρο, περιέστρεφε το όργανο κοπής κρατώντας προσεκτικά το κεφάλι του, μη πέσει κάτω και σπάσει κάποιο πολύτιμο όργανο όπως π.χ. η μύτη, και μόλις αυτό κοβόταν και διαχωριζόταν εντελώς από το σώμα, καμάρωνε για το επίτευγμά του. Υστερα, απλώς το ξανακόλλαγε επιμελώς, ώστε να μπορεί -στην πρώτη ευκαιρία- να το ξανακόψει.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

215. περισυλλογή

νοιώθω την τάση να ξαναγίνω έμβρυο, να χωθώ σε μια σκοτεινή σπηλιά... να γίνω στάλες βροχής να γλιστρώ στο τζάμι... σα φίδι να σέρνομαι στην έρημο... μετά, να γίνω δαχτυλιές σε τοίχο ροζ και να πετάξω

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

214. κατόπιν εορτής...





Χτες πέρασα υπέροχα με τον αγαπημένο μου καναπέ.

Από αύριο θα κοιτάζω με εμπιστοσύνη προς το μέλλον.



Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2007

213. Τι είπε ο στρατηγός Mac Arthur για τη νεότητα: ETRE JEUNE





Brigadier General MacArthur at
a French Chateau, September 1918




Η φίλη μου η Tερέζα* είχε κορνιζάρει τα λόγια του και είχε κρεμάσει το κάδρο σε μέρος του σπιτιού που να το βλέπει ταχτικά: στην κουζίνα της.
Τα λογια του στρατηγού στα γαλλικά, όπως τα αντέγραψα:

ETRE JEUNE
LA JEUNESSE N' EST PAS UNE PERIODE DE LA VIE,
ELLE EST UN ETAT D' ESPRIT
UN EFFET DE LA VOLONTE,
UNE QUALITE DE L' IMAGINATION,
UNE INTENSITE EMOTIVE,
UNE VICTOIRE DU COURAGE SUR LA TIMIDITE,
DU GOUT DE L' AVENTURE SUR L' AMOUR DU CONFOR.

ON NE DEVIENT PAS VIEUX
POUR AVOIR VECU UN CERTAIN NOMBRE D' ANNEES;
ON DEVIENT VIEUX PARCE QU' ON A DESERTE SON IDEAL.
LES ANNEES RIDENT LA REAU,
RENONCER A SON IDEAL, RIDE L' AME.

LES PREOCCUPATIONS, LES DOUTES,
LES CRAINTES, LES DESESPOIRS,
SONT LES ENNEMIS QUI, LENTEMENTS,
NOUS FONT PENCHER VERS LA TERRE
ET DEVENIR POUSSIERE AVANT LA MORT.

JEUNE EST CELUI QUI S' ETONNE ET S' EMERVEILLE.
IL DEMANDE COMME L' ENFANT INSATIABLE: "ET APRES?"
IL DEFIE LES EVENEMENTS
ET TROUVE LA JOIE AU JEU DE LA VIE.

VOUS ETES AUSSI JEUNE QUE VOTRE FOI.
AUSSI VIEUX QUE VOTRE DOUTE.
AUSSI JEUNE QUE VOTRE CONFIANCE EN VOUS MEME.
AUSSI JEUNE QUE VOTRE ESPOIR.
AUSSI VIEUX QUE VOTRE ABATTEMENT.

VOUS RESTEREZ JEUNE TANT QUE VOUS RESTEREZ RECEPTIF.
RECEPTIF A CE QUI EST BEAU ET GRAND.
RECEPTIF AUX MESSAGES DE LA NATURE,
DE L' HOMME ET DE L' INFINI.

SI UN JOUR,
VOTRE COEUR ALLAIT ETRE MORDU PAR LE PESSIMISME
ET RONGE PAR LE CYNISME
PUISSE DIEU AVOIR PITIE DE VOTRE AME DE VIEILLARD.



Smoking his corncob pipe,
at the Manila City Hall,
Philippine Islands, 2 August 1945


Τα λόγια του στρατηγού σε μετάφραση:

ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΝΕΟΣ
Η ΝΕΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.
ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ,
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΘΕΛΗΣΗΣ,
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ,
ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΗ ΕΝΤΑΣΗ,
Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΙΛΙΑΣ,
Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΣΗ.

ΔΕΝ ΓΕΡΝΑΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
ΟΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΕΧΕΙ ΖΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΑΡΙΘΜΟ ΕΤΩΝ.
ΓΕΡΝΑΕΙ ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΟΥ.
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΡΥΤΙΔΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΔΕΡΜΙΔΑ,
Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΑΝΙΚΩΝ ΡΥΤΙΔΩΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ.

ΟΙ ΦΡΟΝΤΙΔΕΣ, ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ,
Ο ΦΟΒΟΣ, Η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ,
ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΠΟΥ, ΑΡΓΑ ΑΛΛΑ ΣΤΑΘΕΡΑ,
ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΚΛΙΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΗ
ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΚΟΝΗ ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΗ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ.

ΝΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΠΛΗΣΣΕΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΖΕΙ,
ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΑΠΛΗΣΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ: "ΚΑΙ ΜΕΤΑ;"
ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗ ΧΑΡΑ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.

ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΓΕΡΟΣ, ΟΣΟ Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΟΣΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΟΥ.
ΤΟΣΟ ΓΕΡΟΣ, ΟΣΟ Η ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑ ΣΟΥ.

ΘΑ ΜΕΝΕΙΣ ΝΕΟΣ ΟΣΟ ΘΑ ΜΕΝΕΙΣ ΔΕΚΤΙΚΟΣ.
ΔΕΚΤΙΚΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ.
ΔΕΚΤΙΚΟΣ ΣΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ,
ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ.

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ,
ΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΝΕΚΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
ΚΑΙ ΔΙΑΒΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΝΙΣΜΟ,
ΕΙΘΕ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΛΥΠΗΘΕΙ ΤΗΝ ΓΕΡΙΚΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ.


-----------------------
ΣΗΜ. * Την Τερέζα τη συνάντησα στην Ιο, το καλοκαίρι του 1971, όταν ήμουν στα 27 κι εκείνη στα 55. Παντρεμένη πολλά χρόνια με τον Antonio Scarnatti, αποτελούσαν ένα χαρούμενο ζευγάρι φωτογράφων. Στις τελευταίες σελίδες πολλών βιβλίων αφιερωμένων στην Τέχνη και στα Μουσεία, βρίσκονται τα ονόματά τους. Της χρωστώ πολλά γι αυτό που έγινα στη ζωή μου, με βοήθησε και μου συμπαραστάθηκε για πολλά χρόνια καλύτερα κι από αληθινή μάνα. Κάποια φορά ίσως γράψω περισσότερα, σήμερα όμως της αφιερώνω το σημερινό post, το τελευταίο πριν συμπληρώσω τα 63 μου χρόνια και αρχίσω να βαδίζω -από αύριο!- στα 64. Χρόνια μου Χαρούμενα λοιπόν!

Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2007

212. νεύρα σύρματα και αρμονία





1. ----->>> αυτό μου μοιάζει σαν όνειρο, σαν κάτι που πέρασε σαν ομίχλη από το νου και τό 'γραψα στη στάση του λεωφορείου πάνω σε ένα χαρτομάντιλο:

νεύρα σύρματα
σύρμα το Εγω βιδωμένο στο στρώμα
Στρωματέξ
Στρωματεγώξ
Στρωματεγωξέρω_τιέκανες
Σε κλείδωσα στο ντουλάπι
κοπάναγες και σ' έβγαλα
Φώναζες «Αν πέθαινες πριν με βγάλεις, θα πέθαινα κι εγώ εκεί μέσα!»
Σου είπα πως είσαι γερή και θα την έριχνες την πόρτα του ντουλαπιού και θά'βγαινες
Κάναμε πρόβα
Σε ξανακλείδωσα κι έδωσες μια δυο τρεις φορές και πάει το ντουλάπι
Διαλύθηκε
Ευτυχώς, γιατί προτιμώ να πληρώσω το μαραγκό αντί να σε χάσω
Μαύρισε το πλευρό σου και γδάρθηκε το γόνατό σου
Τα περιποιήθηκα μέσα στο ντουλάπι χωρίς πορτόφυλλα χωθήκαμε
πέσαν τα ρούχα από τις κρεμάστρες, κι άλλα με τις κρεμάστρες μαζί
όλα πέσαν πάνω μας, εκτός από το ράφι.
Γελάσαμε τόσο πολύ, αλλά πάλι έφυγες.
Νεύρα σύρματα.
Ξαναβιδώθηκα στο στρώμα και δεν πάω πουθενά.
Εγώ δεν φεύγω.


2. ----->>> αυτό μου φαίνεται γνωστό, το αποτύπωσα σε ένα εξώφυλλο περιοδικού, σα να το είδα κάπου γραμμένο ή σα να το έχω ακούσει:

Αρμονία δεν υπάρχει. Η αρμονία είναι κάτι που πετυχαίνεται με τη σύγκρουση, αρμονία δεν είναι ησυχία, είναι ισορροπία ανάμεσα στα αντίθετα και τα αντιμαχόμενα: χρώματα, ήχους, κλπ. Η διαρκής σύγκρουση είναι αρμονία. Σύγκρουση, γιατί πρέπει να παράγεται κάτι για να υπάρχει Αρμονία. Αλλιώς, όλα νεκρά: η αρμονία του νεκροταφείου.

------------------
ΣΗΜ.1. μια εικόνα μεταξύ μάνας και κόρης σκέφτηκα
ΣΗΜ.2. απορώ που έγραψα ένα τέτοιο κείμενο, επειδή σε μένα αρέσει η αρμονία του νεκροταφείου -κυριολεκτικά.



Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

211. οι φακές



Τη δεύτερη μέρα της δικτατορίας, πολλά παιδιά -νεαροί φοιτητές δλδ- αλωνίζαν πέρα δώθε την παραλία της Θεσσαλονίκης. Εκεί την είχαν βγάλει από το προηγούμενο πρωΐ, όταν φύγαν κυνηγημένοι από τα σπίτια τους μην έρθουν φάτσα με φάτσα με τους εισβολείς της αστυνομίας. Μαθαίναμε ότι "το σπίτι του τάδε το κάναν φύλλο και φτερό" ή ότι "το διαμέρισμα της δείνα το διάλυσαν και φόρτωσαν και τα έπιπλά της σε τρίκυκλο και τα πήραν" και άλλα πολλά, παρόμοια και όχι διάφορα.

Εμενα τότε σε ένα οικοτροφείο και ήρθε και με βρήκε η Μαρίκα.. ο Κώστας καθόταν σε ένα παγκάκι στην παραλία και είχαν μαζί τους μονάχα τα διαβατήρια και τα ρούχα που φορούσαν και ήταν θεονήστικοι. Η θεια Παρθένα, η πόντια μαγείρισσα που είχαμε, είχε μαγειρέψει φακές και γέμισα ένα στρογγυλό αλουμινενιο κουτί και το έδωσα στη Μαρίκα, μαζί με 2-3 μήλα. Λίγους μήνες αργότερα, μάθαμε πως ήταν και οι δυο τους ασφαλείς στο Παρίσι.


210. τα στραγάλια




πηγαίναμε σινεμά καλοκαιρινό στην αύρα, στον ερμή ή στην αρκαδία, αργότερα άνοιξε ο άντζελος και λίγο πιο ύστερα το κάπιτολ, η γειτονιά είχε πέντε σινεμά καλοκαιρινά πριν κλείσω τα δεκάξι, οπότε είχαμε να διαλέξουμε με τ' αδέρφια μου πού θα πάμε και συμφωνούσαμε ευτυχώς -μας αρέσαν οι περιπέτειες, ξιφομαχίες, πειρατικά και τέτοια- έτσι δεν τσακωνόμαστε, σχεδόν ποτέ δεν τσακωνόμαστε, μπορεί τα μικρά να μαλλώναν καμιά φορά μεταξύ τους αλλά μαζί μου δεν τσακωνόταν κανένα τους και όταν καθόμαστε στα σκοτεινά μοίραζα στραγάλια στα απλωμένα τους χεράκια, μια χουφτίτσα στα δεξιά και μια στ' αριστερά και ήταν σίγουρα ότι το μοίρασμα ήταν δίκαιο, μια φορά μονάχα που ο μικρός είχε κάποιες αμφιβολίες και απαίτησε να τους μοιράσω στραγάλια στο διάλλειμμα για να μετρηθούν ένα ένα, βρεθήκαν ίσα -μα την αλήθεια


Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2007

209. ΤΟ ΒΡΑΚΙ

 


Εσώρουχο απαραίτητο επί σειρά ετών είναι το βρακί ή βράκα ή βρακάκι ή κυλότα ή σώβρακο ή περισκελίς. Μακρύ, κοντό, φαρδύ, στενό, υποψία βρακιού -το τελευταίο μοντέλο του κουραδοκόφτη. Μάλλινο, βαμβακερό, νάϋλον, ακρυλικό, περλόν, τεφλόν, τεφάλ -για να μη κολλάει. Τι καλύπτει και τι αποκαλύπτει ένα βρακί; Τι προστατεύει, τι εκθέτει και τι προβάλλει;

Εδώ επικεντρώνεται κυρίως το ενδιαφέρον των μελετητών ένδυσης, αν εξαιρεθούν τα υλικά και η ποιότητά τους. Το ζουμί δηλαδή, βρίσκεται στο περιεχόμενο του βρακιού και αυτό θα εξεταστεί στο πόνημα αυτό, προσανατολισμένο στη λεπτομέρεια μερικών εικόνων.

Η πρώτη εικόνα είναι τα δυο πόδια ενός παπού, που τα δροσίζει σε μια πλαστική λεκάνη, καθισμένος σε μια καρέκλα ψάθινη, του καφενείου. Τα άκρα αυτά φαίνονται έως λίγο πάνω απο τον αστράγαλο και είναι κατάλευκα. Μεταξύ του μικρού τμήματος των άκρων -με τέλεια κατασκευή, άψογα πεντακάθαρα δάχτυλα μακρυά- και του μαύρου παντελονιού φαίνεται το βρακί. Μακρύ και μάλλινο, υπόλευκο. Είναι καλοκαίρι και κάνει ζέστη αφόρητη, το μακρύ μάλλινο βρακί δρα ως μονωτικό προστατεύοντας απο τη ζέστη τον γέροντα, που αρκείται στο δρόσισμα μέσα σε τρία λίτρα το πολύ νερού, όσο χωράει μια μικρή σχετικά λεκάνη. Η εικόνα περιλαμβάνει μερικά μακρυά μάλλινα βρακιά απλωμένα ψηλά, στην πόρτα ενός μαγαζιού στο Μοναστηράκι.

Η δεύτερη εικόνα είναι ένα βρακί απο περκάλι, ύφασμα λεπτό που μάλλον δεν υπάρχει στις μέρες μας, με τελειώματα από λεπτής τέχνης μπιμπίλα, ένα είδος κεντήματος με τη βελόνα του ραψίματος, κάτι άγνωστο σήμερα, που παραπέμπει σε εποχές συντηρητικές και καταπιεστικές για τη γυναίκα. Το βρακί αυτό δεν έχει σέλα, είναι ανοιχτό έτσι ώστε να μη χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνει όταν η γυναίκα που το φοράει ικανοποιεί τις φυσικές της ανάγκες. Κάθεται απλά και ανοίγει τα πόδια. Πριν απο εκατό και πλέον χρόνια, μια καλή προίκα περιελάμβανε αρκετά τέτοια βρακιά στολισμένα με μπιμπίλα ή δαντέλες, ανάλογα με την κοινωνική τάξη της νύφης. Η ποσότητα και η ποιότητά τους γραφόταν προσεκτικά και με όλες τις λεπτομέρειες στα σχετικά προικοσύμφωνα. Η εικόνα περιλαμβάνει και ένα προικοσύμφωνο χειρόγραφο, κατατεθημένο στα αρχεία ενός μοναστηριού, όπου αναφέρεται ρητώς πως δίδονται ως προίκα πέντε βρακιά με μπιμπίλα και πως θα δοθεί ακόμα ένα μετά το γάμο, μόλις τελειώσει το κέντημα.

Η τρίτη εικόνα είναι ένα φαρδύ σώβρακο βαμβακερό, που φοριούνταν κάτω απο παντελόνια με πλατειά μπατζάκια, συγκρατούμενα συνήθως από τιράντες. Το σώβρακο λοιπόν, επέτρεπε τον επαρκή αερισμό των γεννητικών οργάνων, και ήταν εξυπηρετικό σε μια εποχή όπου έβριθαν οι σχετικές ασθένειες. Με το βρακί αυτό απεκλείετο το σύγκαμμα του δέρματος της ευαίσθητης αυτής περιοχής του σώματος. Σε χρώμα λευκό, ήταν ραμμένο στο χέρι. Αργότερα, κυκλοφόρησε και ετοιματζίδικο, και κυκλοφορεί μέχρι σήμερα για τους αμετανόητους ρομαντικούς. Μόνο η ποιότητα άλλαξε, το χρώμα και το όνομα. Εμπριμέ με χρωματιστά σχέδια τυπωμένα, με λάστιχο στη μέση, από συνθετικά υφάσματα διαφόρων ποιοτήτων, αντί για σώβρακο ονομάζεται σήμερα μπόξερ ή -χαϊδευτικά- μποξεράκι. Η εικόνα περιλαμβάνει επίσης, πολύχρωμα μποξεράκια απλωμένα στους πάγκους των λαϊκών αγορών.

Η τέταρτη εικόνα είναι ένα γυναικείο βρακί ονομαζόμενο κυλότα, που κυκλοφορεί σε διάφορα μεγέθη, ποιότητες και χρώματα. Μέχρι τη μέση ή έως τον αφαλό ή πολύ κάτω απο αυτόν. Η εικόνα περιλαμβάνει μια νεαρή γυναίκα που πηγαίνει να γαμηθεί συνειδητά, εντελώς ξεβράκωτη, με το βρακί στην τσάντα. Η γυναίκα τα έχει πάρει στο κρανίο μετά την αποκάλυψη μιας απιστίας του εκλεκτού της και πηγαίνει -με το μίνι της να ανεμίζει χαϊδεύοντας το αγέρωχο κωλαράκι- να ανταποδώσει τα ίσα.

Η πέμπτη εικόνα είναι ένα σλιπάκι λευκό. Το σλιπάκι εμφανίστηκε την εποχή που τα σώβρακα δεν είχαν πλέον λόγο ύπαρξης μετά την ανακάλυψη των αντιβιοτικών. Αρχικά κάτασπρο, και αργότερα σε διάφορα χρώματα, ακόμα και σε μαύρο. Πολλοί άντρες το προτιμούν επειδή συγκρατεί το όργανό τους καλύτερα. Η εικόνα περιλαμβάνει ένα σλιπάκι κατάμαυρο που αρνείται να απελευθερώσει τα πόδια κάποιου άντρα βιαστικού, παραμένοντας πεισματικά μπερδεμένο στο ύψος των αστραγάλων, εγκλωβίζοντάς τους.

Η έκτη εικόνα είναι ένα τάγκα ή στρινγκ ή κουραδοκόφτης, όπως πολύ εύστοχα μετονομάστηκε απο τον Ηλία Πετρόπουλο. Αυτό το βρακί τα αφήνει όλα σχεδόν ακάλυπτα, ιδιαίτερα τον κώλο, και φοριέται από γυναίκες και από άντρες. Προϋπόθεση για να φορεθεί επιτυχώς, είναι ένας καλά γυμνασμένος πισινός. Το στρινγκ είναι μάλλον ο πρόδρομος της παντελούς απουσίας βρακιού, ένα βήμα πριν απο την κατάργησή του. Η εικόνα περιλαμβάνει ένα σύρμα όπου είναι απλωμένη μια μπουγάδα με πολύχρωμα στρινγκ, που, αν δεν ήταν χρωματιστά, θα έμοιαζαν με χελιδονάκια. Ως χρωματιστά, μοιάζουν με λιμασμένα κολιμπρί.

Μετά την περιήγηση στο φανταστικό αυτό άλμπουμ με τις εικόνες των βρακιών, καιρός είναι να κάνουμε ένα μπιντέ. Ο μπιντές είναι ένα είδος υγιεινής, που σήμερα τείνει να καταργηθεί απο τα λουτρά των κατοικιών, μιά και έχει προσφέρει τη θέση του στο πλυντήριο ρούχων. Γι αυτό, προτείνεται ένα κρύο ντους στους αναγνώστες, που άντεξαν να φτάσουν μέχρι το τέλος. Το ότι ο χαρακτήρας των ανθρώπων αποκαλύπτεται και απο το βρακί που φορούν, είναι κάτι αυτονόητο, που δε θα σχολιαστεί εδώ.


------------------------------
ΣΗΜ.1. Ενα κείμενο με προκλητικό τίτλο, όχι και τόσο συμβατικό δηλαδή, που πιστεύω ότι μπορεί να βρει τη θέση του εδώ πέρα, ακόμα και ως πηγή έμπνευσης για όποιον καλλιτέχνη θελήσει να το μεταφέρει στον εικονοχώρο.

ΣΗΜ.2. Το θυμήθηκα σήμερα όταν είδα την ταιριαστή εικονογράφησή του στο
blog της Κυραλλίνας

ΣΗΜ.3. Το ΒΡΑΚΙ είχε πρωτοανέβει πριν λίγα χρόνια
στο κόμβο kivernologotexnia.com

208. η κρίση των 35



Την πρώτη κρίση ηλικίας, την πέρασα στα 27 με 29. Τότε ήταν η πρώτη (και μοναδική) φορά στη ζωή μου, που έκρυβα τα χρόνια μου! Μάλιστα. Με ρωτούσαν πόσο είμαι και απαντούσα ήξεις αφίξεις. Οταν με ρώτησαν σε ποιο έτος σπουδάζω, ε, τότε αναθάρρησα λέμε, πήρα αμπάριζα και τά'χασα τόσο που, αντί για την ηλικία μου, πρόσθεσα κι ένα χρόνο παραπάνω!!!

Υπήρχε το ορόσημο των τριάντα εκείνη την εποχή. Αμα έφτανες στα τριάντα χωρίς να έχεις εκπληρώσει βασικές υποχρεώσεις -τον προορισμό της γυναίκας π.χ. και άλλα ζοφερά- ήσουν για τα πανηγύρια, ένιωθες ένα τίποτα δλδ. Μετά τα 30, αν δεν είχες παντρευτεί ήσουν γεροντοκόρη, αν δεν είχες παιδιά ήσουν ανίκανη, αν δεν είχες δικό σου γραφείο ήσουν ένα τίποτα τίποτα τίποτα.

Ευτυχώς, γραφείο είχα αποκτήσει σχετικα νωρίς, είχα κάνει κι ένα γάμο 3μηνης διάρκειας, αλλά παιδιά δεν. Δικαιολογίες άφθονες. Οι πόλεμοι, το σιδηρούν παραπέτασμα, η δικτατορία, διάφορες θεωρίες καταστροφολογικές, πού να φέρω παιδιά σε ένα τέτοιο κόσμο; Μετά την αποτυχία του κινήματος των χίππυς μάλιστα, πάπαλα. Εβαλα εικονικό τέρμα στην τεκνογονία.

Πλησιάζοντας τα 35, ένιωσα ένα τσίμπημα. Αυτό ήταν πράγματι ένα ορόσημο γενετικής φύσης. Ετσι είμαστε πλασμένες οι γυναίκες, η ωορηξία δεν κρατάει δια παντός, έπρεπε να πάρω αποφάσεις. Ισως να κάνω και μερικές υποχωρήσεις. Πήρα αποφάσεις, έκανα υποχωρήσεις και λίγο πριν τα 37 απόχτησα το πρώτο μου παιδί. Με τη θέλησή μου. Το δεύτερο ήρθε λίγο αργότερα, ελάχιστα πριν συμπληρώσω τα 43, κομματάκι απρόσκλητο, αλλά πολυαγαπημένο επίσης!

Ενας φίλος μου, λέει ότι ο γάμος είναι απλώς μια απόφαση. Αμα αποφασίσεις, τον έχεις στην τσέπη σου. Οσο δεν αποφασίζεις, το ένα σου μυρίζει και το άλλο σε ενοχλεί. Οταν αποφασίσεις, όλα είναι πανεύκολα, σαν να βρίσκεσαι ξαφνικά στο περιβόλι των ονείρων σου. Αλλωστε, ένα λαχείο είναι ο γάμος και, πώς να έχεις ελπίδες να το κερδίσεις αν δεν το αγοράσεις; Βέβαια, οι πιθανότητες να χάσεις είναι αρκετές, όχι όμως τόσες πολλές όσες είναι να χάσεις το ιδιο το λαχείο.

Στην υπόθεση "γάμος" παίζει και η θέληση και το πρόγραμμα και η αμοιβαία συμφωνία, το εταιρικό συμφωνητικό είναι πολύ σημαντικό και αυτό, πράγματα που δεν υπάρχουν στο λαχείο, το οποίο βασίζεται μονάχα στην τύχη.

Μέχρι τώρα, συνάντησα δυο "κρίσιμες" ηλικίες στη ζωή μου: τα 27 με 29 (λίγο πριν τα 30 δλδ) και τα 35. Στα τριάντα πέντε έριξα τη βουτιά της ζωής μου και δεν το μετάνοιωσα καθόλου μα καθόλου λέμε...

Αχ, και να ξαναγινόμουν 35 χρονών.. αχ!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

207. η Αννέτα η βαφτισιμιά μου -Ι-



Η Αννέτα με φώναζε νουνά της, επειδή ήθελα να τη βαφτίσω και να την εκπολιτίσω το συντομότερο, μπας και γλύκαινε κιόλας η αγριοφωνάρα της που με τρόμαζε περισσότερο κι από τα φοβερά της δόντια. Τα δόντια της Αννέτας βρισκόντουσαν εγκατεστημένα μέσα σε ένα στόμα που δε θυμάμαι να το είχα δει ούτε μια φορά κλειστό.

Ολο ανοιχτό ήταν το στόμα της και γέλαγε δυνατά όταν δεν μιλούσε κραυγάζοντας, κι είχε και κάτι χείλια βαμμένα κατακκόκινα, κι όταν με φίλαγε σταυρωτά με γέμιζε σάλια και κοκκινάδια, κι εκείνη την ώρα που δήλωσα ότι θα τη βαφτίσω να γίνει χριστιανή και να μοιάσει με μας και να μη ξαναφάει ανθρώπους... ε, τότε με άρπαξε στην αγκαλιά της και με φίλαγε χορεύοντας και πηδολογώντας και κράζοντας «η νουνά μου! η νουνά μου! πότε θα με βαφτίσεις νουνάκα μου;» και δώστου χοροπηδητό και γέλια. Ευτυχώς, η γιαγιά μου με έσωσε, όταν έπαψε να γελάει κι εκείνη και «άντε, αρκετά Αννέτα μου, ανακατεύεται το παιδί» είπε και με πήρε να με βάλει για ύπνο.

Οταν ερχόταν η Αννέτα στο σπίτι της γιαγιάς μου, γινόταν κάτι σαν πανηγύρι. Πρώτα, φρόντιζε τον άρρωστο που υπήρχε -ήταν νοσοκόμα η Αννέτα, με δίπλωμα μάλιστα- του έκανε ένεση συνήθως, ή του έπαιρνε αίμα να το πάει για εξέταση, ή ό,τι άλλο είχε ανάγκη. Συχνά, ξαγρυπνούσε δίπλα στον άρρωστο, παίρνοντας τη θέση της γιαγιάς ή της θείας της Μιμίνας. Κατόπιν, αφού πλενόταν σχολαστικά «η καταριότητα είναι μισό αρκοντιά λέμε μείς το κανίμπαλοι στο πατρίντα μου, κατάλαβεsh;» συνήθιζε να λέει παχαίνοντας το σίγμα στο τέλος της λέξης αυτής, που την κόλλαγε σε οποιαδήποτε φράση κάθε τρεις και λίγο. Μετά, ερχόταν κοντά μου, με αγκάλιαζε και μου τραγουδούσε ένα τραγούδι(*) από την πατρίδα της, τη Βουλγαρία.

Κατόπιν, αν ήταν μεσημέρι ή βράδυ, καθόταν στην τραπεζαρία να φάει μαζί μας, σημάδι πως μια νοσοκόμα είναι κάτι τι το σπουδαίο. Η γιαγιά μου δεν άφηνε τον καθένα να κάθεται στο τραπέζι για φαγητό, παρά αν ήταν κάποιος του σπιτιού ή κάποιος σημαντικός άνθρωπος. Η Αννέτα λοιπόν, ήταν σημαντική, αν και κανίβαλος αγριάνθρωπος από τη Βουλγαρία. Δεν το χώραγε το μυαλό μου, αλλά «για να το λέει η γιαγιά κάτι παραπάνω θα ξέρει» σκεφτόμουν και δεν με απασχολούσε άλλο. Με απασχολούσε όμως μάλλον -πώς αλλιώς θα σκεφτόμουν να τη βαφτίσω;

Αυτή η ιδέα είχε καρφωθεί στο τετράχρονο μυαλουδάκι μου μετά από μια σοβαρή συζήτηση μαζί της, όταν προσπαθούσα να λύσω το μυστήριο, πώς δηλαδή μια τόσο χαρούμενη και καλή γυναίκα και μάλιστα νοσοκόμα με δίπλωμα (αυτό το δίπλωμα δεν το καταλάβαινα, αλλά δεν είναι του παρόντος να το εξηγήσω) να μιλάει με αυτή τη βαρειά προφορά και να είναι τόσο πολύ βαμμένη και να έχει και τόσο μεγάλο στόμα με τεράστιες δοντάρες μέσα του.

- Γιατί Αννέτα έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
- Γκιαντί στο πατρίντα μου το Βουλγκάρια τρώμε κρέας ωμό.
- Τρώτε και ανθρώπους;
- Βέβαια, αφού είμαστε κανίμπαλοι! Κατάλαβεsh;

Εκεί ακριβώς σα να ζάρωσα, οπότε τό'σωσε «εντώ εγκώ ντεν τρώω πια αντρώποι, μη φοβάσαι, και ντεν με αρέσει να τρώει παιντιά μικρά.»

- Αλλά τρως κρέας ωμό;
- Οκι, και αυτό το έκοψα, εντώ ντεν έκει καλό κρέας ωμό, μόνο Βουλγκάρια έκει.
- Και γιατί μιλάς τόσο άγρια;
- Επειντή έκω μεγκάλο στόμα και βγαίνουν τα λόγκια πολύ ντυνατά, σαν καμπάνα. Κατάλαβεsh;
- Και γιατί βάφεσαι τόσο πολύ;
- Στο κανίμπαλοι αρέσει πολύ ζωγκράφισμα στο μούτρο, την άλλη φορά τα σου φέρει ένα βιβλίο να ντεις.

Η Αννέτα έμενε σε ένα σπίτι πολύ κοντά στο σπιτι της γιαγιάς μου, μόνο που ήταν πιο μικρό, αλλά είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Μια μέρα πήγαμε σπίτι της μαζί με τη γιαγιά μου και έβγαλε ένα μεγάλο βιβλίο με ζωγραφιές και μου έδειξε κανίβαλους. Κάτι κατάμαυρους ανθρώπους με κόκκαλα στα μαλλιά τους και γδυτούς να παίζουν τύμπανα. Ολο το σώμα τους είχε ζωγραφιές και φορούσαν πολλά σκουλαρίκια βαρειά και τα αφτιά τους κρεμόντουσαν σαν λάστιχα. Είχαν μεγάλα στόματα με παχειά χείλια, σαν της Αννέτας. Μόνο που η Αννέτα ήταν κοκκινομάλλα με κάτασπρο δέρμα.

- Αυτό είναι κανίμπαλοι.
- Αλλά εσύ δεν είσαι μαύρη.
- Επειντή προσπατώ να γκίνω άντρωπος σαν και σας και ασπρίζω σιγκά σιγκά. Κατάλαβεsh;
- Είσαι κάτασπρη τώρα! μόνο η φωνή είναι άγρια.
- Είντες; το προσπάτεια ντεν πάει καμένο. Κατάλαβεsh; Αμα βρω και ένα νουνό να με βαφτίσει...

Εκεί πάνω, μου κατέβηκε η ιδέα να τη βοηθήσω να συντομέψει τον εξανθρωπισμό της. «Η καημένη η Αννέτα, δεν μπορεί να βρει μια νονά ή ένα νονό να τη βαφτίσει!» σκεφτόμουν. Ετσι, ένα βραδάκι που ήρθε στη γιαγιά, της δήλωσα περήφανα:

- Εγώ θα σε βαφτίσω!

Δεν το χώραγε ο νους μου ότι μπορεί ένας άνθρωπος να είναι αβάφτιστος. Ούτε το ότι τη φωνάζαμε Αννέτα με έκανε να αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά της και την ανάγκη της να βαφτιστεί πάση θυσία. Ετσι, άρχισε το πανηγύρι που ανέφερα πιο πριν. Περιττό να αναφέρω ότι η Αννέτα με φώναζε νουνά της ως τα βαθειά της γεράμματα.



-------------
ΣΗΜ.1. Το θυμάμαι καλά αυτό το τραγουδάκι, τον ήχο δηλαδή, γιατί για τα λόγια δε μπορώ να είμαι καθόλου σίγουρη, αν και μου το είχε τραγουδήσει και όταν μεγάλωσα πια -λίγο πριν πεθάνει. (στιχακια κατι σαν: μάρι μπάμπο γέρμπαμπα, ίμα στερκα χόμπαμπα, ντάι μία μπάμπο, ντάι μία, ντάστανα νερόπλινα)

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2007

205. το γλωσσικό ζήτημα και το μέγεθός του



δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γλωσσικό ζήτημα όσο πάει και μεγαλώνει..


όσο πάει, απασχολεί όλο και περισσότερο κόσμο..

έλληνες δηλαδή, αλλά και χασάπηδες διεθνώς, είναι ένα ζήτημα παγκοσμιοποιημένο και δεν πρέπει να το αγνοούμε..



το διαπίστωσα στο χασάπικο της γειτονιά μου, όπου είδα μια γλώσσα..

αγελαδινή και τεραστίων διαστάσεων να εκτίθεται στη βιτρίνα..

δεν μπόρεσα παρά να τη θαυμάσω και να υποκλιθώ στο μεγαλείο της..


παρόλο που σιχαίνομαι ακόμα και την ιδέα να τη βάλω στο στόμα μου, έστω και μαγειρεμένη ακόμα και από τον κοντομπλογκοσφαιριανό μάγειρα..


-------------
the pictures are from: Funny Cow Pictures

Παρασκευή, Ιανουαρίου 05, 2007

204. Φώτα του 1972 σε ένα υπόγειο μεγαλοκατάστημα



Εκεί βρέθηκα να κάνω Φώτα, πριν από 35 χρόνια ακριβώς -πώς περνάνε τα άτιμα, σαν χτες μου φαίνεται!- επιβλέποντας κάποια συνεργεία μαστόρων που έπρεπε να γκρεμίσουν αθάνατες πέτρινες τοιχοποιΐες ώστε να διευρυνθούν τα ανοίγματα επικοινωνίας μεταξύ των χώρων του υπογείου ενός κεντρικού μεγαλοκαταστήματος και, ταυτόχρονα, να στηρίξουν τους υπερκείμενους ορόφους.

Αυτή ήταν η απαίτηση του μαγαλομαγαζά, η μελέτη είχε γίνει -παράνομη και χωρίς άδεια φυσικά για τις εργασίες- από ένα διακεκριμένο ως τα σήμερα γραφείο στατικών μελετών, και 'γώ βρέθηκα φρέσκια μηχανικός εκεί πέρα να επιβλέπω κινδυνεύοντας να μου πέσει κάτι βαρύτερο από τον ουρανό στο κεφάλι. Ευτυχώς τη γλίτωσα, έμεινα σώα και αβλαβής, γλίτωσα και το αυτόφωρο για τον κίνδυνο του οποίου είχα μεσάνυχτα, επειδή ήταν τα Φώτα και φώτισαν τον κόσμο να μείνει σπίτι του και να μη κυκλοφορεί εκείνη τη μέρα στους δρόμους, κι έτσι κανείς δεν άκουσε τον τρομερό θόρυβο -μπάπα μπούπα να πέφτουν οι κοτρώνες και τ' αγκωνάρια στην υπόγα- και κανείς δεν είδε τα μαστόρια να μπαινοβγαίνουν -κρατούσε τσίλιες το τσιράκι* του μεγαλομαγαζά καλού κακού. Ούτε είδε κανείς τα θεόρατα -διατομής διπλού ταυ, πλατύπελμα και υψίκορμα- σιδερένια δοκάρια να περνούν απο το δρόμο και να μπαίνουν στο κατάστημα από την κεντρική πόρτα στο ισόγειο του μαγαζιού.

Κατά το μεσημεράκι, έλαβα τηλεφώνημα από τον εργοδότη μου να εγκαταλείψω το πόστο, δεν ήταν ανάγκη να μείνω ίσαμε το τέλος. Ηταν Παρασκευή. Γύρισα σπίτι, έκανα ένα ζεστό μπάνιο -είχα ξυλιάσει τόσες ώρες σε ένα χώρο υγρό και ανήλιαγο, έκανε κρύο έξω, είχα παγώσει κι απ' την αγωνία- στανιάρησα, πήρα την απόφαση να μη ξαναπατήσω σε αυτή τη δουλειά όπου είχα εργαστεί μόλις 15 μέρες, ύστερα πήγα σινεμά και μετά στο θέατρο Τέχνης. Επαιζε Ονειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, νομίζω, με έναν υπέροχο Γιώργο Αρμένη στο ρόλο του Πουκ. Μετά από 2-3 μέρες, ειδοποίησα ότι βρήκα κάτι καλύτερο και δεν πάτησα ούτε για να πληρωθώ το εφιαλτικό 15ήμερο.

Το μεγαλοκατάστημα αυτό δεν υπάρχει σήμερα και το ιστορικό κτίριο, στου οποίου το ισόγειο και το υπόγειο βρισκόταν, έχει ανακαινιστεί κι έχει γίνει κούκλα. Το γραφείο νομίζω πως λειτουργεί κάτω από νέα διεύθυνση.
_________________
* το τσιράκι έλαβε σημαντική κυβερνητική θέση μετα την πτώση της χούντας.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...