- Δε ζεσταίνεσαι;
- Πως.. Είναι να μη ζεσταίνομαι; αφού κάνει ζέστη!
- Και γιατί φοράς το ζιβάγκο; Δε σκας;
- Σκάω, αλλά...
- Τι "αλλά"; Βγάλ' το και μη ντρέπεσαι κι άμα φύγεις το ξαναφοράς.
- Ασε καλύτερα...
- Φοβάσαι μη... κρυώσεις; Του πέταξε ο συνάδελφος και τότε ο Ναθαναήλ ξέσπασε και αποκάλυψε το μέγεθος της συμφοράς του.
Τι έκανε; Απλώς, σήκωσε το μπλουζί και μας έδειξε την πλάτη του. Οχι ολόκληρη -δε θα το αντέχαμε, είπε- μόνο ένα κομματάκι χαμηλά, στο ύψος της μέσης, κι άλλο ένα επάνω, κοντά στο σβέρκο. Το κανίς της κυρίας Ζυγομαλά είχε αραιότερη τριχοφυΐα! Μετά, κάθησε και εξιστόρησε τα βάσανα και τις στερήσεις εξαιτίας αυτού του αντιαισθητικού χαρακτηριστικού του.
Στη θάλασσα δε μπορούσε να πάει σε πολυσύχναστη πλαζ, η πλάτη του τράβαγε τα βλέμματα σα μαγνήτης και τα σχόλια που άκουγε τον πλήγωναν. Ηταν αναγκασμένος να φορά ένα μπλουζί ως το λαιμό, βρέξει χιονίσει ή σκάει ο τζίτζικας. Στο μόνο που υπήρξε τυχερός, όπως μας διαβεβαίωσε, είναι ότι η σύντροφός του τρελαίνεται με τους τριχωτούς άντρες. «Είναι φιλόζωη;» αποτόλμησε μια ερώτηση ένας από τους συναδέλφους και ο Ναθαναήλ απάντησε αφοπλιστικά «Ναι, πώς το κατάλαβες;» και σκάσαμε στα γέλια.
Εκείνου όμως δεν ίδρωνε το αφτί του και μια και είχε ξεκινήσει θα τελείωνε την εξιστόρηση, έτσι συνέχισε με τις έρευνες που είχε κάνει σχετικά με το γενεαλογικό του δέντρο. Να βρει δηλαδή, να εξηγήσει με κάποιο τρόπο την αιτία αυτού του φαινομένου, πώς είχε προκύψει, αν υπήρχε κάποια μακρινή επιμειξία με κάποια ρίζα που είχε επιβαρύνει το επτανησιακό του δέντρο. Εφτασε μέχρι το 1420 και όλοι οι πρόγονοι ήταν καθαρόαιμοι με παρεμβολές καναδυό βενετσιάνων, τούρκος και αγαρηνός δεν είχε πατήσει στο νησί ώστε να υποπτευτεί καμιά γιαγιά, η μάνα του ήταν υπόδειγμα πίστης -τύφλα νά'χει η Πηνελόπη!- τι στο καλό είχε τρέξει και η πλάτη του φιλοξενούσε το μέλανα δρυμό;
Πέρα από αυτά, είχε απευθυνθεί σε δερματολόγους και σε διάφορα ινστιτούτα μήπως μπορέσει και απαλλαγεί από το βάρος τόσων τριχών, αλλά όλοι σήκωναν τα χέρια ψηλά. Πώς να αποτριχωθεί ένας πίθηκος; «Πάρ' το θετικά» τον είχε συμβουλέψει ένας γκουρού και μάλιστα χωρίς αμοιβή, όπου είχε προστρέξει σε ύστατη αναζήτηση, αν και η συμβουλή αυτή ήταν το σημαντικότερο που είχε ακούσει ως τότε. Ενα γκελ έκανε στο νου του αυτή η μικρή φρασούλα και το «πήρε θετικά».
Βρήκε όλα τα καλά που του πρόσφερε η προβιά του. Πρώτα πρώτα, δεν κρύωνε το χειμώνα, μια και τον προστάτευε το φυσικό του πουλοβεράκι. Μετά, είχε εξαιρετικά ανθεκτικό δέρμα. Κατόπιν, είχε γλιτώσει από τα απαίσια σπυράκια της πλάτης. Υστερα, είχε ανακαλύψει ένα σωρό υπέροχες παραλίες για μπάνιο εξαιτίας της. Τελικά, είχε βρει τη γυναίκα των ονείρων του, που εκτιμούσε ιδιαίτερα αυτό που οι "άλλοι" θεωρούσαν -και το είχε πιστέψει και ο ίδιος ως- μειονέκτημα.
Τον ακούγαμε εκστατικοί, στη διήγησή του αποτύπωνε τον αγώνα του ανθρώπου να επικρατήσει πάνω σε κάθε δυσκολία και αναποδιά, ενώ εκείνος μας κοίταξε με το παιχνιδιάρικο βλέμμα του, είπε «και στο κάτω κάτω, το καλοκαίρι κρατά μόνο τρεις μήνες», κι άνοιξε την πόρτα κι έφυγε σαν αστραπή, αφήνοντάς μας με τις άτριχες πλάτες μας να χάσκουμε σα χάνοι. Ο χάνος είναι ένα χαζό ψαράκι που πιάνεται πανεύκολα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια -ακόμα και με απόχη...