.
.
.
Τις προάλλες με κάλεσε ένας φίλος στη Ράτκα, το γνωστό μπαρ στην οδό Χάριτος, το οποίο εδώ και 20 σχεδόν χρόνια αποτελεί το αγαπημένο στέκι της αθηναϊκής ελίτ.
Δεν είχε αλλάξει τίποτα από την τελευταία φορά που είχα πάει στη Ράτκα πριν πολλά , πολλά χρόνια : το ίδιο στριμωξίδι, το ίδιο κακό σέρβις, τα ίδια φωτάκια, οι ίδιοι φλώροι, τα ίδια ψεύτικα φιλιά, οι ίδιες πανάκριβες τιμές.
Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η αθηναϊκή ελίτ θεωρεί τρομερό χάϊ να ποδοπατιέται μέσα στη Ράτκα, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ανήκα ποτέ στην ελίτ αυτή και ουδέποτε κατανόησα τις αγκυλώσεις της.
[Προφανώς η ελίτ γνωρίζει πράγματα που εμένα, ενός πληβείου, μου διαφεύγουν.]
Τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να περάσω το κατώφλι της απελπισίας και να αρχίσω να βρίζω τον φίλο μου που είχε την φωτεινή ιδέα να με καλέσει στη Ράτκα, με κατέλαβε αίφνης μια διάθεση ποιητική που με παρέσυρε σε έναν κυκεώνα σουρεαλιστικών παρατηρήσεων.
Αρχισα να σκέφτομαι πως η Ράτκα ήταν ένα Πλοίο των Τρελλών.
Κάτω στ αμπάρια, κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, λαθρομετανάστες από την άκρη του κόσμου, πακιστανοί, μπαγκλαντεσιανοί, φιλιπινέζοι, ουκρανοί, άνθρωποι χαμένοι μέσα στα γρανάζια της παγκοσμιοποίησης, πάλευαν και μοχθούσαν δίπλα στα καζάνια της κόλασης προκειμένου να φτιάξουν γαστριμαργικές χίμαιρες που θα ξεπλένονταν σε ναρκωμένα σαγόνια.
[Σε τούτο το καράβι το φορτίο δεν ήταν εμπορεύματα.
Ηταν πηγαδόστομοι αυλικοί. Ακουγες παντού τον αντίλαλο από τις χαψιές τους. Στιγμή δεν υπήρχε να μη γεμίσουν τα τραπέζια από φαγοποτιστές που παραφυλάγανε πότε θ αδειάσει κανένα, που παραμόνευαν πότε θα χιμίξουν, που ξερογλείφονταν πότ’ επιτέλους θέλανε στριμωχτεί κι αυτοί ν΄αρχίσουν το τσιμπούσι.
Κάποιοι είχαν απιθώσει τα χέρια στην κοιλιά ή κόβαν βόλτες, κάποιοι συζητούσαν κουνώντας πόδια και χέρια κι όλοι ζητούσαν να κατευνάσουν τα πάθη τους με μικρές μπουκίτσες που τους προσφέρονταν σε δυσανάλογα μεγάλες πιατέλες, ξαναθυμίζοντάς τους ένα είδος πείνας που ανά πάσα στιγμή ανανεωνόταν, ξαναθυμίζοντάς τους ένα λίμασμα, η έκφραση του οποίου είχε χαραχτεί ευανάγνωστα στις φάτσες τους, μια έκφραση βουλιμίας χαραγμένη με καλέμι, μια έκφραση ίδια πάνω σε πρόσωπα αλεπουδίσια, γατίσια, παπαγαλίσια, αλογίσια, μια έκφραση απόλαυσης φριχτής, έκφραση αλλόφερνη πλεονεξίας, έκφραση βουρλισμένη από παζαρέματα αγαθών, χρυσαφιού, πόστων και αξιωμάτων κι όπου κι άν κοίταγες κάποιος έβαζε κάτι στο στόμα του, όπου κι αν κοίταγες φούσκωνε ο αρπαγμός.
Ολάκερο το πλοίο ήταν τυλιγμένο στην ακόρεστη βουλιμία ...]
Ζήτησα συγγνώμη από τον φίλο μου και αποχώρησα έντρομος ...
...