Καθώς βαδίζουμε συλλογικά προς τον επόμενο κύκλο της κόλασης το θέαμα της Τζούλιας Αλεξανδράτου να αυτοπυρπολείται στις τηλεοπτικές οθόνες δεν παύει να εμπεριέχει μια ακαταμάχητη σαγήνη, έναν μαγνητικό αποτροπιασμό που αιχμαλωτίζει το κατατονικό βλέμμα του τηλεθεατή.
Ο τραγικός συνδυασμός ομορφιάς και βλακείας, η ακόρεστη πείνα της κάμερας για εικόνες μοναχικής καταστροφής, η απάνθρωπη χαρά του θεατή με την πτώση των «ειδώλων» και το κατάντημα του άλλου, όλα αυτά μαζί, και πολλά άλλα ακόμα πιο σκοτεινά και ανόητα, έχουν στήσει τρελό χορό μέσα στο όμορφο κεφάλι της Ιουλίας και απ ότι φαίνεται δεν σκοπεύουν να σταματήσουν σύντομα.
Εν, τω μεταξύ η Τζούλια με εντελώς καμένες τις φρένες και τις φλάτζες συνομιλεί με ένα υπερπέραν όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις πιο ζοφερές στιγμές της ζωής τους με μάτια νεκρά και καρδιές απούσες.
Η Τζούλια είναι η νέα γυναίκα. Μια διαγαλαξιακή αμαζόνα από του Ρέντη, με χαρακτηριστικά υπερμοντέλου, συμπεριφορά λαϊκοντίβας, IQ που συναγωνίζεται εκείνο του Einstein και χωρίς μια σταγόνα καλού γούστου, που θα μπορούσε να συγχωρέσει όλα τα προηγούμενα.
Είναι η γυναίκα χωρίς ιδιότητες, που σηκώνει την αβάσταχτη ελαφρότητα της ομορφιάς σαν μια τραγική καταδίκη, χωρίς να υποψιάζεται καν ότι αύριο θα έχει κυλήσει μέσα από τα δάχτυλά της σαν λευκή άμμος …
... πώς να μη λατρεύει κανείς την Τζούλια;