Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sinucidal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sinucidal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Sinucidal: Lightning Bolt (US)

Ένας φίλος μου με ρώτησε πριν κάποιο καιρό "υπάρχει κάποιο συγκρότημα αυτή τη στιγμή που να είναι 'καινούριο' και ροκ?". Προφανώς όχι με την έννοια του είδους - με την έννοια του attitude, της φόρας, της αντίδρασης, της άγριας χαράς. Όλης αυτής της φάσης του πάρτυ, πουτάνα όλα και αγάπη, απελευθερωμένο από το ψιλοτετριμμένο και ραδιοφωνικό  ήχο (τόσο με την καλή όσο και με την κακή έννοια) συγκροτημάτων όπως Muse, προσφέροντας κάτι καινούριο και όντας "αληθινό".

Το πρώτο πράγμα που μου 'ρθε είναι γενικότερα σκηνές όπως sludge, stoner κοκ. Ωστόσο αφ' ενός κάποια από αυτά είναι "παλιά" τόσο σαν ήχος όσο και σαν λογική, αφ' ετέρου ο φίλος μου δεν ενθουσιάζεται ιδιαίτερα με αυτές τις μουσικές. Το συγκρότημα που μου 'ρθε εν τέλει είναι οι Lightning Bolt.

(Ο Chippendale εδώ πάντα μου θυμίζει τον Blanka)
Δημιουργημένοι αρκετό καιρό, το 1994, κυκλοφόρησαν το πρώτο και ομότιτλο το 1999. Αποτελούνται από δύο άτομα - τον Brian Chippendale στα drums και τον Brian Gibson ως μπασίστα. Τώρα, όσον αφορά τη μουσική τους... Noise rock στα καλύτερά του. Μιλάμε για έναν τύπο που έχει βάλει χορδή banjo στο μπάσο, τα εφέ του είναι σε αυτή την κατάσταση, ο drummer φοράει μάσκα στο κεφάλι που στο στόμα έχει ένα σάπιο μικρόφωνο τηλεφώνου στο οποίο φωνάζει, "τραγουδάει" ή βγάζει γενικά random ήχους. Το καλύτερο? Βγαίνουν εκτός σκηνής, έχοντας στήσει τα πάντα μέσα στον κόσμο, ακόμα και σε πιο μεγάλα fest που συμμετέχουν.

Oι ρυθμοί του Chippendale επιβάλλουν στο κεφάλι να πιάνει ρυθμό, και οι συνεχόμενες επαναλήψεις είτε με tapping είτε γενικότερα με το αντισυμβατικό παίξιμο του Gibson -που γεμίζει τον ήχο λες και ακούς 3 όργανα- είτε δίνει το έναυσμα να ακολουθήσει η σφαγή των drums, είτε οδηγάει το κομμάτι στα διάφορα μονοπάτια του και τις αλλαγές του, άλλες φορές με το τείχος του distortion, άλλες φορές με καθαρά περάσματα σχεδόν χαζοχαρούμενα (The Faire Folk) και εύθυμα, είτε στα πιο ακραία κομμάτια του συγκροτήματος ακολουθάει υπνωτικά έναν συνεχή παλμό που καθηλώνει, και σε αναγκάζει απλά να χαθείς σε λεπτά ολόκληρα ενός συνεχούς "θορύβου", σαν να είσαι σε μια ηλεκτρική τελετή (η αρχή του Dracula Mountain, ή το 30,000 Monkies) ή σαν... ε βασικά θα το πω, σαν να είσαι στο επίκεντρο καταιγίδας και κεραυνών.

Αυτό που λατρεύω με αυτούς τους ανθρώπους είναι οτι παρ' όλο που θεωρητικά έχουν μπόλικο και επιθετικό θόρυβο, και άσχετα με την τεχνική τους κατάρτιση (παίζουν τον κώλο τους σε φάσεις, πραγματικά) το όλο concept είναι τόσο εύθυμο, πουτάνα-όλα και εκτονωτικό που δεν γίνεται να μην χοροπηδάω με τα κομμάτια τους. Ειδικά το 13 Monsters ή το (hit) Dracula Mountain με το επικό riff στο 2.40. Όσο για κομμάτια όπως το Ride the Sky, ε, αν δεν σας έρχεται να αρχίσετε να γκρεμίζετε τα πράγματα γύρω σας μόλις μπουν τα drums... είστε φλώροι και δεν καταλαβαίνετε. Είναι punk, είναι πάρτυ, είναι rock, είναι απελευθερωτικό, είναι χάλια, είναι τέλειο, είναι σαν να πήραν speed οι Sunn O))) ή οι Boris, είναι κωλοχαρά, είναι χύμα μέχρι τελικής πτώσεως και εν τέλει είναι αφάνταστα, υπέρτατα διασκεδαστικό.

Αν ακόμα δεν πειστήκατε, δείτε ως το τέλος αυτό εδώ. Προσωπικά δυσκολεύομαι να μην ρίξω κάτω το γραφείο μου και να μην κάνω moshpit μόνος στο δωμάτιό μου στο τελευταίο λεπτό. Προτεινόμενο album για ξεκίνημα: Ride The Sky (2001).

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Sinucidal: Melvins/Lustmord - Pigs of the Roman Empire (2004)

Sinucidal: 1 2 3 4

Κατά αστείο τρόπο, είχα ακούσει Lustmord από πολύ πριν ακούσω Melvins - για την ακρίβεια πολύ πριν ακούσω ακόμα και τα πρώτα "εκτος μέταλ" ακούσματα. Όντας τότε πωρωμένος με το Strange, ξεφύλλιζα αλληλογραφίες και κάποιος όσο πειραγμένος όσο εγώ πλέον, μιλούσε περί dark ambient, Lustmord, Raison d' être, Hecate κοκ. Αφού τότε στο Kazaa (!) κατέβασα 3 - 4 κομματάκια και τα άκουσα, τα άφησα θαμμένα κάπου στον υπολογιστή μου και τα ξέχασα για καιρό. (Τα κομμάτια επίσης, τότε είχαν αποτελέσει το soundtrack για το πιο επιτυχημένο και τρομακτικό DnD Session με setting στο Ravenloft που έχω ζήσει. Αν ακούσετε το Black Star θα καταλάβετε γιατί.)

O Lustmord είναι στην ουσία από τους πρώτους αν όχι ο πρώτος που έπαιξε dark ambient: Συνδυάζοντας field recordings από νεκροταφεία, κρύπτες και υπόγεια με χρήση θιβετιανών πνευστών (tibetan horn), synthesizers και άλλων τεχνικών και οργάνων, κινήθηκε από την αρχή δημιουργώντας θεοσκότεινα ηχοτόπια σε συχνότητες που παίζουν μεταξύ υπόηχων και χαμηλών συχνοτήτων. Και το εντυπωσιακό είναι οτι τα κομμάτια δεν είναι το ίδιο πράγμα αναμασημένο. Αν σκεφτεί κανείς οτι έχει βγάλει πάνω από 30 δίσκους, κάνοντας και remix για Tool, Puscifer, Isis, Jarboe, Venetian Snares ο τύπος έχει μπόλικη δημιουργικότητα. Οι ήχοι της κόλασης είναι αστείρευτοι.

Από την άλλη, οι Melvins... Χμ. Οι Melvins είναι απλά θεοί. Δεν ξέρω τι να πω. Ξεκινώντας από τo υπεραργό (ειδικά για την εποχή του) Boris από το Bullhead, όρισαν την ύπαρξη του sludge και δίνοντας ώθηση στη stoner και ακόμα και την grunge, συνεχίζοντας με την "τριλογία" αριστούργημα Houdini - Stoner WitchStag και καταλήγοντας στα 00's με τη συνεργασία με Lustmord και με την πρόσληψη των Big Business σαν το rhythm section τους (καταλήγοντας με δύο drummers), μιλάμε για ένα συγκρότημα που απλά δεν το ενδιέφεραν ταμπέλες, δισκογραφικές, απήχηση, το αν ήταν πειραματικό ή όχι αυτό που ήθελε να κάνει. Απλά έμπαινε στο στούντιο, έγραφε, η αφάνα του King Buzzo έγνεφε καταφατικά και έβγαιναν να παίξουν λάηβ. Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια και ανοιχτομυαλιά οδηγεί σε έναν tribute δίσκο που κάνουν συγκροτήματα όσο πολυσχιδή όσο στο We Reach. Ακριβώς αυτή η ειλικρίνεια και ανοιχτομυαλιά είναι που καταλήγει να οδηγήσει ένα συγκρότημα να έχει τέτοια επιρροή και σημασία και που τελικά, καταλήγει να βγάζει πειραματισμούς όπως το Pigs of the Roman Empire.


Ωστόσο, ακόμα και δύο τόσο θεμελιώδη μουσικά projects, όντας τόσο διαφορετικά μεταξύ τους ρισκάρουν με μια κοινή δημιουργία - νομίζω είναι φυσικό όταν συναντιούνται δύο άκρα να δημιουργούν και δύο άκρα: Ή το άλμπουμ να είναι κάτι φοβερό ή κάτι αισχρό. Στο σύμπαν λοιπόν που διασχίζουμε, είμαι αρκετά ευτυχισμένος να πω οτι το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο. Αυτός ο δίσκος ξετινάζει. Σε παίρνει από τον λαιμό, σε τραβάει στην άβυσσο, και κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι που δημιουργεί ο Lustmord αντηχούν οι αργόσυρτοι και ογκώδεις ρυθμοί των εγχόρδων, και τα παραμορφωμένα drums του Crover. Όλα αυτά καπακωμένα με ηλεκτρονικά περάσματα και επεξεργασίες του Lustmord.

Ο δίσκος ξεκινάει με δύο κομμάτια που στην ουσία είναι εναλλάξ δουλειά του καθένα. ΙΙΙ - ο Lustmord κάνει την εισαγωγή με την κλασσική του subsonic παλέτα, η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει (ω! και όμως, ακούγονται πρίμα!) και δίνει το έναυσμα για να μπει το ανίερο The Bloated Pope. Σφαγή. Melvins στα βαριά και στα καλύτερα. Μόνο αυτοί νομίζω θα κατάφερναν να βάλουν τα γελοία φωνητικά του 1.36 σε αυτό το κομμάτι και να μην είναι εκτός κλίματος, αλλά να ακούγονται και γαμηστερά. Χαλί για να μπει ξανά η φωνάρα του Buzz.

Το Toadi Acceleratio είναι υπέροχο κομμάτι, τα tabla δίνουν καταπληκτική αίσθηση, τα υπόκωφα τσιριχτά της κιθάρας και των ηλεκτρονικών είναι στην ουσία η πρώτη απόλυτη συμβίωση των δύο συγκροτημάτων. ΑΛΛΑ. Υπάρχει ένα πρόβλημα. Βρίσκεται πριν το Pigs of the Roman Empire.

Ακόμα και αν ο δίσκος αποτελούταν μόνο από το ομώνυμο κομμάτι, θα μιλούσαμε για αριστούργημα. 22:36 από ένα πράγμα που σε πνίγει, σε ξαναβγάζει απ' το σκοτάδι, σου ταΐζει τα μονολιθικά drones των Melvins, σε ξαναφτύνει στη δρακουλίλα του Lustmord και επαναλαμβάνει τη διαδικασία όσες φορές χρειάζεται μέχρι να βρεθείς εκτός τόπου και χρόνου, να περάσεις από την industrial παραμόρφωση και τελικά να μπει οριστικά στο γνώριμο, sludge μονοπάτι των Buzz, Crover, Rutmanis (παρεπιπτόντως, στο άλμπουμ συμμετέχει και ο Adam Jones), με τα εφιαλτικά παράφωνα effects να κάνουν κύκλους γύρω τους ολοκληρώνοντας αυτό το τείχος ήχου.

Για μένα αυτός ο δίσκος δεν γίνεται να ακουστεί με το Pigs στη μέση. Εγώ τουλάχιστον το βάζω τελευταίο, απλά και μόνο επειδή με αφήνει ανήμπορο να παρακολουθήσω το υπόλοιπο άλμπουμ. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει οτι τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου είναι υποδεέστερα ή μέτρια. Και τα 4 υπόλοιπα κομμάτια έχουν να προσφέρουν με το παραπάνω, συνεχίζοντας την ατμόσφαιρα που ανοίγουν τα πρώτα κομμάτια. Το φρικαρισμένο white noise του Pink Bat, το delayed "drum solo" του ΖΖΖΖ Best, το σχεδόν Metallica (θου κύριε...) μπάσιμο του Safety Third και το outro του Lustmord με το Idolatrous Apostate.

Εν τέλει, νομίζω οτι αυτός ο δίσκος είναι άλλη μια απόδειξη οτι α) Τα 00's έβγαλαν πολύ πράγμα και β) όταν έχεις ανθρώπους με ιδέες και αρχίδια δεν υπάρχει το "όλα έχουν παιχτεί". Δεν ισχυρίζομαι οτι έπαιξαν κάτι μουσικά καινούριο: Ωστόσο, και άσχετα με το οτι είναι καταπληκτικό συνθετικά, ό,τι παίζουν ακούγεται φρέσκο, ετοιμοπόλεμο, μη τετριμμένο. Χωρίς αναμασήματα ή πειραματισμός για τον πειραματισμό επειδή ας πούμε δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε. Αυτό είναι και που πάντα με αφήνει εντυπωσιασμένο από τέτοιες συνεργασίες - ο βαθμός της σύμπτυξης. Το πόσο αρμονικά και αυθόρμητα καταφέρνουν όχι μόνο να ακούγονται ταυτόχρονα τα ηλεκτρονικά του Brian "Lustmord", αλλά ακόμα περισσότερο το πόσο φυσικές είναι οι αλλαγές και οι μεταβάσεις από dark ambient σε κάτι τσιτωμένο και ηλεκτρικό, και ανάποδα. Αυτό άλλωστε, νομίζω είναι και η ουσία τέτοιων συνεργασιών και εκεί που πραγματικά φαίνεται πόσο ικανοί μουσικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Το πώς και πού θα βρεθούν τα στοιχεία των δύο πλευρών, η περιοχή που συναντιούνται τα δύο σύνολα. Το ποιό θα είναι το αποτέλεσμα μιας συνέλιξης, και όχι απλά μιας παράλληλης ύπαρξης και των δύο.



Pigs of The Roman Empire

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Sinucidal / Post blizzard

Απάντηση, τραγουδιστική (απάντηση)

Εφορμώμενος απο το post του Azarak για τα 00's, το Lateralus και τους δίσκους που άλλαξαν μουσικές αντιλήψεις, απο τη μια συνεχίζω τα Sinucidal (1 2), απο την άλλη λειτουργεί και σαν απάντηση στο ποστ.

Πράγματι, δεν είχα σκεφτεί οτι τα 00's συμπληρώνουν περίπου δεκαετία που ξεκίνησα να ακούω λίγο πιο προσεκτικά μουσική. Νομίζω η πρώτη μου μεγάλη επαφή με λιώσιμο (πιο σοβαρής) μουσικής έγινε απο το 2003, όπου αφού κάποιον καιρό (και για λίγο μετά) είχα μπει στα κλασσικά μονοπάτια του χαρντ ροκ (ξερή προφορά) και του μελωδικού μέτσαλ, άκουσα για πρώτη φορά Massive Attack - το Mezzanine, (τότε όντας αλλεργικός με ο,τιδήποτε περιείχε ραπάρισμα δεν νομίζω να την πάλευα με κάποιο άλλο άλμπουμ τους) που ένιωσα πάρα πολύ έντονα αυτή την αναθυμιαστική ατμόσφαιρα που βγάζει το Man Next Door, το Angel ή το Inertia Creeps. Επόμενο αμέσως πράγμα στα μπαμ ήταν η αγορά mp3 δισκογραφίας των Tool έπειτα απο έντονη ενθάρρυνση. Και το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο. Το ενδιαφέρον είναι οτι δεν με είχαν σημαδέψει τόσο καθαρά μουσικά, όσο συλλογικά. Η γενικότερή τους αισθητική, το think for yourself κλίμα και πάνω απ' όλα οι πνευματικές προεκτάσεις του Lateralus με είχαν ρουφήξει τόσο ώστε να μου μείνει ως ένα απο τα σημαντικότερα ακούσματα που είχα ως τώρα, ίσως και το σημαντικότερο.

Ο καιρός περνούσε, και η ενασχόληση με τη μουσική μου έγινε κάτι που έχω ανάγκη. Κάμποσα χρόνια λοιπόν αργότερα, γίνεται αφενός η γνωριμία μου με την post rock (απο τις μεγαλύτερες "ανακαλύψεις" μου) και κατόπιν χρόνιου καψίματος με αυτή, με την sludge/stoner σκηνή. Ωστόσο, παρ' όλο που γενικά υπήρξαν πάρα πολλά συγκροτήματα που με ταρακούνησαν και με πώρωσαν και με ακολουθούν μέχρι σήμερα στα playlists μου, ίσως και κανένας δίσκος (Raise Your Skinny Fists? Third? The Fall of Math?) να μην είχε το αποτέλεσμα που είχε το άκουσμα του The Grimmrobe Demos.



 Sinucidal: Sunn O))) - The Grimmrobe Demos



Ανέφερα σε ένα προηγούμενο κείμενο μια συζήτηση που είχαμε κάνει με τον Azarak για το οτι υπάρχουν συγκροτήματα που δεν είναι απλά το οτι φέρνουν κάτι ανανεωτικό. Είναι οτι σου αλλάζουν το αυτί. Σε αναγκάζουν να βρείς έναν καινούριο τρόπο να ακούς μουσική. Το σύνηθες παράδειγμα - δεν μπορείς να δεις κωμωδία πηγαίνοντας με την λογική να δεις θρίλερ. Κατ' αντιστοιχία, δεν μπορείς να δεις μια εξπρεσσιονιστική έκθεση ζωγραφικής με τη λογική να δεις τεχνική ή ρεαλιστικές απεικονίσεις. Δεν μπορείς να ακούσεις Sodom με την λογική που θα ακούσεις Bind Guardian. Θα πρέπει να προσαρμοστείς σε αυτή την αλλαγή.

Παρ' όλο λοιπόν που οι Sunn O))) είναι άκουσμα μου πρόσφατο (κάτι περισσότερο απο χρόνο, νομίζω) και άργησα αρκετά να ανακαλύψω την αντίστοιχη σκηνή, τους θεωρώ απο τα πιο σημαντικά μου ακούσματα. Είναι ό,τι πιο πρόσφατο κατάφερε να με σοκάρει τόσο, παρ΄όλο που θεωρώ οτι έχω πλέον αρκετά ανεπτυγμένη αίσθηση του ακραίου. Οι Converge με δυσκόλεψαν. Οι Naked City με πώρωσαν. Το Kid A με αρρώστησε. Οι Sunn O))) με άφησαν όμως εμβρόνητο. Και ήταν σαν να με περίμενε πάντα να το ανακαλύψω. Με το που μπήκε για πρώτη φορά στα αυτιά μου το Black Wedding, τα πάντα έκαναν κλίκ μέσα μου.

Όταν η πρώτη αλλαγή συγχορδίας στη μουσική σου έρχεται στο 4ο λεπτό, και οι αποστάσεις των strokes της κιθάρας μετριούνται σε πολλά δευτερόλεπτα και όχι μέτρα, έχεις καταφέρει να προσεγγίσεις την μουσική με έναν ηχητικό τρόπο που αποδομεί και σπρώχνει όρια. Γιατί ενώ είχε ξαναγίνει (προσεχώς ανάλυση) δεν είχε αποκτήσει μέχρι τότε ουσιαστική υπόσταση, εξερεύνηση και πολύ περισσότερο συναισθηματική δύναμη.

Κατάλαβα μονομιάς οτι αυτό έπρεπε να ακουστεί όσο δυνατά γίνεται, σε σημείο που θα σταματήσει να είναι ακουστική εμπειρία και θα μετατραπεί σε σωματική - ένα είδος τελετουργίας, ένα ενιαίο υπνωτικό τείχος ήχου που μέσα του βυθίζεσαι, απλώνεσαι, διαλογίζεσαι. Άλλωστε, η εμφάνισή τους το επιβεβαιώνει. Αυτό είναι και το εκπληκτικό με το drone. Πώς καταργώντας μουσική δομή, απελευθερώνει. Απλά ρέεις μαζί με το κομμάτι και το αφήνεις να σε κουβαλήσει και να σε τυλίξει.

Το πιο σημαντικό είναι οτι αυτή η πρώτη επαφή με το drone μου άνοιξε καινούριους εντελώς δρόμους, είτε στο να παίζω, είτε στο να ακούω - απο επιδερμικό άκουσμα, συγκροτήματα όπως Ufomammut, Neurosis, Om, Amenra κοκ. απέκτησαν βαθμό ιεροτελεστίας.

Κλείστε παράθυρα, φώτα, απομακρύνετε αντικείμενα για να μην τρίζουν, βάλτε τα πιο δυνατά ηχεία που έχετε όσο δυνατά αντέχετε και αντέχουν οι ιδιοσυχνότητες του σπιτιού ("if you're listening this on laptop speakers, you're doing it WRONG"), αφήστε το στέρνο σας και τα αυτιά σας να γεμίσουν με την μπασίλα και βυθιστείτε όσο βαθιά θέλετε.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Sinucidal: Ataxia - Automatic Writing

(ντλιντλον)
Ο καιρός θα είναι Portishead για το υπόλοιπο της βραδιάς (το μέρος, όχι το συγκρότημα, αν και προφανώς έχει σχέση ο καιρός του ενός με τη μουσική του άλλου), οι άνεμοι θα πνέουν απο μπουκάλες οξυγόνου, και αν κάποιος πάει καταραμένο σύνδρομο, καλά να περάσουμε. Όπως και όσοι πάνε Nalich. Τραβήξτε μια ζεϊμπεκιά στο χορευτικό του Gitar και για μένα.

Sinucidal είναι δίσκοι οι οποίοι   αποτελούν ένα απίστευτο δείγμα    ήταν σημαδιακοί για μένα  μου δημιουργούν σ    με ανάγκασαν να βάλω άλλα αυτιά  γαμάνε, και πρέπει να τους ακούσετε και εγώ να σας πείσω για αυτό.


Ataxia λοιπόν. Πραγματικά δεν υπάρχει νόημα να αρχίζω και να λέω όσα μπορείτε να διαβάσετε στο wikipedia για τον John Frusciante, απλά κάντε το αν δεν βαριέστε.

Μιλάμε για άνθρωπο που μπήκε στους Peppers στα 17 του, κάηκε άμεσα απο τα ναρκωτικά μέχρι τα εικοσικάτι του για να καταλήξει στο απόλυτο ναδίρ της ζωής του, το σπίτι του να καταστρέφεται ολοσχερώς απο φωτιά και αυτόν να σώζει μια κιθάρα απο όλο τον χαμό, και αφού τα έκανε όλα πουτάνα στη ζωή του τελικά σηκώθηκε, έκοψε εθισμούς και όλα τα συμφραζόμενα και ξεκίνησε απο το μηδέν για να βγάλει με Peppers το Californication ενώ μόνος του να συμμετάσχει στους Mars Volta και να ξεκινήσει μια σειρά προσωπικών δίσκων που θεωρώ εύκολα καλύτερη και πιο πειραματική και εσωτερική απο ο,τιδήποτε είχε κάνει με τους RHCP μέχρι τώρα.

Γύρω στο 2004 λοιπόν, και αφού είχε τελειώσει το όλο τρέξιμο με το By The Way, αποφάσισε κάτι "πολύ λογικό": Διάλειμμα απο τον Flea και τους υπόλοιπους και παραγωγή/δημιουργία 6 δίσκων μέσα σε 6 μήνες. Το αποτέλεσμα είναι να βγάλει μια σειρά απο άλμπουμ τόσο ετερόκλητα, και τόσο πετυχημένα - συνθετικά, ενορχηστρωτικά, πειραματικά και πάνω απ' όλα συναισθηματικά που τον εγκαθιδρύει άμεσα μέσα μου ως μια -minor έστω- ιδιοφυία.
Απο τις pop σχεδόν μελωδιάρες του Shadows Collide With People με τα synth περάσματα απο πίσω, τον unplugged ακουστικό μινιμαλισμό του Curtains, την σχεδόν drone synthίλα του A Sphere in the Heart of Silence και την απόλυτα εμμονική ποιότητα των Ataxia, οι 5 απο τους 6 δίσκους που έχω ακούσει μέχρι τώρα απο αυτή την περίοδο αποτελούν βασικό άκουσμά μου τα τελευταία 2 χρόνια.

Πιο συγκεκριμένα: Ataxia. Το συγκρότημα δημιουργήθηκε για δύο εβδομάδες από τον John Frusciante, Josh Klinghoffer (χρόνιο συνεργάτη/φίλο του και τωρινό κιθαρίστα των Peppers) καθώς και τον Joe Lally  των Fugazi (!!!!). Τα τζαμαρίσματα έγιναν βάσει μιας μπασογραμμής που έπιανε κάθε φορά ο Lally και οι υπόλοιποι δύο κυλάγανε πάνω σε αυτές, με αυξομοιώσεις εντάσεων, ήχους, επαναλαμβανόμενες μελωδίες και κολληματικά φωνητικά τόσο απο Frusciante όσο και απο Klinghoffer.

Το αποτέλεσμα δεν είναι εύκολο. Απο τo ξεκίνημα του δίσκου επικρατεί μια ωμότητα και φυσικά επανάληψη που απλώς σε βαράει απο την αρχή μέχρι το τέλος μην αφήνοντάς σου καμία άλλη επιλογή απο το να υπνωτιστείς με το μπάσο και να ακολουθήσεις τον χείμαρρο των ήχων που σέρνει μην περιμένοντας αλλαγή, λύση αρμονίας ή ανάσα. Αλλιώς το stop είναι αναπόφευκτο. Φωνητικά να κράζουν ή να παλεύουν να βρούν διέξοδο απο κάποιο πνίξιμο, ενώ όλη η εξέλιξη και εναλλαγή αναλαμβάνεται απο τα drums του Klinghoffer και απο την καθαρά ηχητική και όχι κιθαριστική προσέγγιση του Frusciante - τα layers της κιθάρας που κλαψουρίζουν, στριγκλίζουν και φαλτσάρουν στο υψίσυχνο opener Dust, που γίνονται υπέροχα "σήματα μορς" στο Sides, που γίνονται synth στο Addition, που ακολουθούν εμμονικά την επανάληψη του μπάσου στο Another.

Όταν όμως συνηθίσεις αυτόν τον ήχο και την προσέγγιση και φορέσεις τα αυτιά που πρέπει να φορέσεις (συζήτηση απο άλλη φορά και για άλλο post) η επανάληψη γίνεται εργαλείο για να μπείς και να βυθιστείς στην ροή του δίσκου, τα φάλτσα και τα στριγκλίσματα γίνονται ξεκάθαρες μελωδίες που γεμίζουν ως απίστευτο συναισθηματικό ξέσπασμα για να ξετυλιχθεί μια δημιουργία τόσο γεμάτη και τόσο όμορφη που μένω μαλάκας όταν σκέφτομαι οτι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να γράψουν κάτι τέτοιο σε 2 εβδομάδες, να κάνουν δύο live και να το λήξουν εκεί γιατί απλά αυτός ήταν ο σκοπός της μπάντας εξαρχής. Αυτό, κύριοι, θέλει αρχίδια* και ιδιοφυία.


*όσα χρειάζονται και για να φύγεις απο τους Peppers επειδή "ό,τι είχες να δώσεις μαζί τους, το έδωσες"

Υ.Γ. Τώρα, επειδή θέλω εξίσου να γράψω για το A Sphere in the Heart of Silence και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλες λέξεις χωρίς να επαναλαμβάνομαι ακόμα περισσότερο απο τώρα, πάρτε την εντύπωση που σας έχω δώσει για το Automatic Writing, αφαιρέστε όλα τα όργανα και αντικαταστήστε τα με synthesizers και κάποιους απόηχους απο κιθάρα, αφαιρέστε τον Joe Lally, αφήστε την επανάληψη όπως είναι σε λίγο πιο drone έκδοση, βάλτε λίγο πιο διακριτές μελωδίες και πιο φευγάτα φωνητικά, άλλη τόση έμπνευση και έχετε το πειραματικό αριστούργημα αυτό. 'Nuff said, κατεβάστε τα και ακούστε τα. Και τα δύο.

Αφιερωμένα σε όσους πιστεύουν οτι ο Frusciante δεν ξέρει να παίζει/είναι φλώρος/έχει παιδικές μελωδίες κτλ. κτλ. κτλ.

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Sinucidal: Το Kid A, οι Radiohead και η μονόπολυ.

1997: Γίνεται το μεγάλο μπάμ. Ένα brit - pop (όσο δηλαδή μπορεί να ισχύει αυτή η έννοια) συγκρότημα που μέχρι τότε κατα την γνώμη μου ήταν αρκετά υπερτιμημένο (μια ευγενική προσφορά εν μέρει απο τους REM), οι Radiohead, έχοντας στην πλάτη τους δύο τεράστια hits - Creep και Street Spirit τα οποία τους είχαν κάνει σχεδόν one-hit wonders, βγάζουν έναν δίσκο που λατρεύουν όλοι, αποκτά διθυραμβικές κριτικές, γενικώς γίνεται ένας πανικός και πολλοί μιλάνε για το album της δεκαετίας: Ο δίσκος λέγεται ΟΚ Computer, και περιέχει τα πρώτα βήματα του συγκροτήματος αυτού προς τον πειραματισμό, κυρίως όσον αφορά τον ήχο που προσεγγίζουν και ταυτόχρονα δημιουργούν μια χρυσή τομή μεταξύ της έννοιας "προχωράω μουσικά" και του συναισθήματος, της ολοκληρωμένης αισθητικά δημιουργίας... Paranoid Android, Karma Police, Airbag, Lucky, το album θα μπορούσε να είναι ένα best of και δημιουργεί ένα απίστευτα δεμένο και ολοκληρωμένο αποτέλεσμα που έμεινε και θα μείνει στην μουσική ιστορία.

γύρω στο 1999: Ο πανικός με το album έχει ψιλοκοπάσει, οι Radiohead έχουν απλά λιώσει να κάνουν tour, να δίνουν συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις κτλ κτλ., όλοι περιμένουν το επόμενο ΟΚ Computer, έναν δίσκο που θα οφείλει να φτάσει και ίσως ακόμα και να τον ξεπεράσει. Ο Τhom Yorke περισσότερο απο όλο το συγκρότημα υποφέρει απο άγχος και την τεράστια ψυχολογική πίεση που του ασκείται απο τους πάντες και τα πάντα... Πάσχει απο writer's block, και δεν μπορεί να γράψει σχεδόν τίποτα, και αυτά τα λίγα μένουν ανολοκλήρωτα. Αποφασίζεται απο κοινού να κλειστούν στην μέση του πουθενά και να ξεκινήσουν τις ετοιμασίες για το καινούριο δίσκο. Πιθανόν να είναι υπερβολή, αλλά θα μπορούσε να ισχύει οτι οι 3 απο τους 5 περνάνε την ώρα παίζοντας μονόπολυ, και ο Yorke με τον κιθαρίστα Greenwood κάθονται και γράφουν μουσική σε ένα pc, πειραματιζόμενοι ολοκληρωτικά και αμετανόητα. Ο δε Thom δοκιμάζει ντανταϊστικές τεχνικές (αυτόματη γραφή, πειραματικές ψυχικές συμπεριφορές) και μπλιμπλίκια, ο Greenwood εντρυφεί στην χρήση του Ondes Martenot, ένα όργανο του 1920, παρόμοιο στον ήχο με το Theremin, το οποίο βγάζει ένα συνεχές, υψίσυχνο και περίεργο βούισμα, αλλά και ένα τεράστιο modular synth που επεξεργάζεται ηχητικά σήματα, τίγκα στα modulators και στα βύσματα.

2000: Saturday Night Live, και οι Radiohead βγαίνουν να παίξουν τα πολυαναμενόμενα καινούρια κομμάτια απο το Κid A, κάνοντας ντεμπούτο σε δύο απο αυτά: Idioteque και The National Anthem. Το συγκρότημα βγαίνει σε μια εντελώς σοκαριστική για τους πιο πολλούς εμφάνιση... Στο Idioteque κανένας εκτός απο τον drummer δεν παίζει το όργανό του, ο Johnny Greenwood κάθεται μπροστά σε ένα θηρίο με άπειρα βύσματα βάζοντας και βγάζοντας καλώδια, ο μπασίστας (Colin Greenwood) παίζει μια ακατανόητη μελωδία σε πλήκτρα, o άλλος κιθαρίστας (Ed Wood) κάνει απλώς backing vocals και δίνει ρυθμό στο "refrain". Στο αποκορύφωμα του κομματιού, ο Yorke κινείται σαν σε κρίση, a-la Ian Curtis στο χαρακτηριστικό beat που έχει πια ξεφύγει και noiseάρει επικίνδυνα. Το Kid A κυκλοφορεί και shockάρει...




Μιλάμε για έναν δίσκο 10 κομματιών (+1 κρυμμένο mini instrumental), και μια απο τις πιο αντιεμπορικές κινήσεις που έχουν υπάρξει... Είναι ένα απο τα πιο δύστροπα ακούσματα (τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα όταν το πρωτοάκουσα) που μου έχουν τύχει, χωρίς απαραίτητα να ισχύει για όλους αυτό. Μεταφέρει όλη αυτήν την παράνοια, την ψυχολογική πίεση, την νοσηρότητα που μπορεί να αποκτήσει το σουρρεαλιστικό. Και ταυτόχρονα μπορεί να είναι απίστευτα ήρεμο, ίσως με έναν ενοχλητικό τρόπο (βλ. How To Disappear Completely), κάτι σαν τον ήρεμο και παράλληλο κόσμο που ζεί κάποιος χωρίς επαφή με την πραγματικότητα.


Οι στίχοι άρρωστοι, γραμμένοι κατα το ήμισι με αυτόματη γραφή (εξ' ου και ο πλήρης σουρρεαλισμός ή απλά η εντύπωση παραληρήματος), και δεμένοι πιο πολύ ηχητικά με τον δίσκο παρά νοηματικά, άλλωστε κυκλοφόρησε επίτηδες χωρίς booklet με στίχους, παρά μόνο με εικόνες συνοδευτικές στο σχιζοφρενικό ύφος του εγχειρήματος αυτού. Δομικά επίσης ξεφεύγει εντελώς: Τα πιο πολλά κομμάτια δεν έχουν διακριτά μέρη, είναι πιο πολύ ένα ενιαίο στοιχείο που προχωράει, επαναλαμβανόμενα και πεισματικά, όμως με κάποιον πολύ περίεργο τρόπο καταφέρνει και δεν γίνεται ποτέ μονότονο! Ακουστικά επίσης είναι εντελώς πειραματικός δίσκος, αφού ελάχιστοι απο τους ήχους που ακούγονται μπορούν να αντιστοιχηθούν σε κάποιο συμβατικό όργανο, τελικά κατηγοριοποιώντας τον πιο πολύ σαν ηλεκτρονική μουσική, και τελικά μην μοιάζοντας ούτε με αυτήν: Νομίζω οτι μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως επηρρεασμένο από Κrautrock, το γερμανικό μουσικό κίνημα (Can, Mouse on Mars, Neu!, Amon Duul κτλ κτλ) που αποτελεί μια πειραματική μίξη ηλεκτρονικής εμμονικότητας, free-jazz ελευθερίας και πιο συμβατικής κιθαριστικής μουσικής.

Όπως είναι λογικό εκείνη την στιγμή ο δίσκος δίχασε πολλούς, οι κριτικοί γενικά δεν του φέρθηκαν ιδιαίτερα καλά, και όσους fans έχασαν άλλους τόσους κέρδισαν, fans λίγο πιο ανοιχτόμυαλους ίσως στην μουσική, που αναζητούσαν κάτι διαφορετικό. Τέτοιες απόπειρες είχαν ξαναγίνει ήδη και μάλιστα πολλές και πολύ πιο ακραίες, μάλλον καμία όμως απο ένα συγκρότημα που έχριζε τέτοιας αποδοχής (στην τελική ο κάθενας χωρίς να έχει προσπαθήσει ξέρει και σήμερα το Creep). Παρ' όλα αυτά πάντως, έγραψε ιστορία, επηρρέασε πάρα πάρα πολλούς, και απο τα κομμάτια του παίζουν μπόλικα μέχρι σήμερα σίγουρα στα live τους (ειδικά Idioteque, Everything In Its Right Place, National Anthem), τα οποία καταλήγουν να έχουν δουλευτεί προς ακόμα πιο έντονες, ιδιαίτερες και πειραματικές κατευθύνσεις (π.χ. στο National Anthem o Greenwood sample-άρει και loop-άρει εκπομπές που παίζονται εκείνη την στιγμή στο ράδιο).

Γενικά δίνεται η εντύπωση πως δεν είσαι σίγουρος αν ακούς κάτι πραγματικά ιδιοφυές ή απλά μια εντελώς ανολοκλήρωτη προσπάθεια που πιο πολύ απο αντίδραση έγινε... Ο καθένας εκλαμβάνει και διαλέγει όπως θέλει τι να πάρει απο αυτόν τον δίσκο, που άλλωστε είναι μια απο τις βασικότερες προσπάθειες του σουρρεαλισμού. Για μένα αυτός ήταν ο δίσκος που στο μυαλό μου καταξίωσε αυτό το συγκρότημα και το έφτασε στο ύψος που το έχω, για τους πειραματισμούς τους, για τα συναισθήματα που δίνουν, για την δύναμή τους live.

Εν τέλει, ο δίσκος θεωρώ πως είναι απαραίτητος, για λόγους ιστορίας, για λόγους εξάσκησης του αυτιού για κάποιον που δεν έχει ακούσει τέτοιον ήχο, για συναισθηματικούς λόγους, και γενικά ανεπιφύλακτα! Θεωρώ όμως πως η καλύτερη λύση είναι να μυηθεί κανείς πρώτα με το "OK Computer", που είναι και αυτός απαραίτητος, λειτουργώντας και ώς μια ιδανική εισαγωγή και ύστερα να βιώσει τον καταγισμό του "Kid A".

i'm not here this isn't happening
cut the kids in half
here I'm allowed everything all of the time
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...